Τα roguelikes, που ήρθαν φαινομενικά από το πουθενά, έχουν εξελιχθεί από ένα είδος για “μυημένους” σε ένα από τα πιο δημοφιλή και δημιουργικά πεδία του σύγχρονου gaming. Βασισμένα στο ομώνυμο Rogue του 1980, τα roguelikes χαρακτηρίζονται από στοιχεία όπως η τυχαία δημιουργία επιπέδων, ο μόνιμος θάνατος (permadeath) και η συνεχής πρόκληση. Η αίσθηση του απρόβλεπτου και της σταδιακής εξέλιξης είναι στο επίκεντρο κάθε γύρου, είναι διαφορετικό και απαιτεί από τον παίκτη όχι μόνο δεξιοτεχνία αλλά και προσαρμοστικότητα.

Στη σύγχρονη μορφή τους, πολλά roguelikes έχουν εξελιχθεί σε roguelites, διατηρώντας τη βασική φιλοσοφία αλλά προσφέροντας πιο φιλικές προς τον παίκτη προσεγγίσεις, όπως μόνιμες αναβαθμίσεις ή αφήγηση που εξελίσσεται μέσα από πολλαπλά runs. Παιχνίδια όπως τα Hades, Dead Cells και Slay the Spire έχουν καταφέρει να αναδείξουν το είδο και να δώσουν και κάτι φρέσκο, συνδυάζοντας γρήγορη δράση, βάθος στρατηγικής και στιβαρό σχεδιασμό. Τα roguelikes πλέον δεν είναι απλώς μια πρόκληση για τους λίγους, αλλά ένας τρόπος να βιώσει κανείς το παιχνίδι ως έναν συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο γεμάτο πιθανότητες – κάτι που μπορεί να προσδώσει μεγαλύτερη επανάληψη και replayability.

Σπαθιά & δαίμονες

Το Yasha: Legends of the Demon Blade είναι ένα ακόμα action roguelite που αντλεί έμπνευση από την ιαπωνική μυθολογία και τα προαναφερθέντα παιχνίδια, τοποθετημένο σε ένα πανέμορφο αλλά ταραγμένο κόσμο εμπνευσμένο από την Εποχή Edo. Ως παίκτες επιλέγουμε ανάμεσα από τρεις διαφορετικούς χαρακτήρες, μοναδικά όπλα και τοποθεσίες. Ως τίτλος επιχειρεί να ξεχωρίσει σε ένα είδος που έχει ήδη αρκετά διαμάντια στο ενεργητικό του. Το κατά πόσο τα καταφέρνει είναι ένα άλλο ερώτημα.

Η ιστορία του παιχνιδιού, όπως αναφέραμε, εξελίσσεται μέσα από τρεις διαφορετικούς πρωταγωνιστές, ο καθένας με τη δική του οπτική, υπόθεση, σκηνές και αλληλεπιδράσεις. Ο στόχος είναι κοινός και για τους τρεις – είτε να προστατεύσουν ένα πλάσμα γνωστό ως Okami είτε να το απαγάγουν για να έχουν τον έλεγχο ανάμεσα στα τρία realms. Εδώ όμως δεν πρόκειται για τυπικούς ήρωες, ανάμεσά τους υπάρχει και ένας αντι-ήρωας με την βασική πλοκή να περιστρέφεται γύρω από την ανατροπή της εύθραυστης ισορροπίας μεταξύ ανθρώπων και δαιμόνων, όταν ένας πανίσχυρος εννιάουρος δαίμονας προβαίνει σε πόλεμο κατά του κόσμου των ζωντανών.

Οι τρεις πρωταγωνιστές, μια αθάνατη νίντζα, μια δαιμονική αγγελιοφόρος και ένας ανθρωπόμορφος σαμουράι, ξεκινούν μια αποστολή για να εντοπίσουν τα θρυλικά καταραμένα όπλα που μπορούν να ανατρέψουν την κατάσταση. Κάθε χαρακτήρας έχει διαφορετικούς διαλόγους και σκηνές, κάτι που θυμίζει έντονα το Hades.

Κάθε run ξεκινά από ένα μικρό χωριό που λειτουργεί και ως το βασικό hub. Εκεί μπορούμε να προετοιμαστούμε για κάθε προσπάθεια μέσω όπλων, επιλογών και αγορών που μπορούμε να κάνουμε για να ξεκλειδώσουμε μόνιμες αναβαθμίσεις και νέες επιλογές. Το Hub φιλοξενεί έναν Blacksmith, εμπόρους και NPCs με αποστολές και πληροφορίες που θα συντελέσουν στο ξεκλείδωμα των νέων συστατικών, ικανοτήτων και όπλων. Υπάρχει και ένας πολύπλοκος μηχανισμός κατασκευής όπλων, που αποτελεί ίσως και το πιο ενδιαφέρον σημείο του gameplay.

Ένα ακόμα roguelike

Το σύστημα μάχης του Yasha έχει τις ρίζες του βαθιά χωμένες στις επιρροές του μιας και θυμίζει κάλιστα το γρήγορο και ενστικτώδες combat του Hades. Οι βασικές επιλογές μάχης μας είναι αποφυγές, ελαφριές και βαριές επιθέσεις που οδηγούν σε διαφορετικούς συνδυασμούς, μαγικές δυνάμεις και ένα ιδιαίτερα σημαντικό σύστημα parry που είναι πιο περίπλοκο απ’ότι ακούγεται. Για παράδειγμα, υπάρχουν λάμψεις που μας προειδοποιούν για μια “parry-able” επίθεση και με σωστό timing μπορούμε να εκτελέσουμε μια αντεπίθεση που σταματά προσωρινά τον εχθρό και μας επιτρέπει να εξαπολύσουμε πιο δυνατές και εξίσου περίπλοκες επιθέσεις.

Αν και η αίσθηση του parry είναι ικανοποιητική, η επίδρασή του περιορίζεται αρκετά εκτός αν ο παίκτης αποκτήσει ένα πολύ συγκεκριμένο upgrade. Είναι μια τεχνική που θέλει εξάσκηση, αλλά δεν ανταμείβει πάντα όσο θα έπρεπε. Σε αυτό δεν βοηθάει και το γεγονός ότι το σύστημα μάχης δεν έχει το απαραίτητο βάρος στις επιθέσεις, βάρος που θα το έκανε να είναι απολαυστικό και να αφήνει μια γερή εντύπωση.

Όσο προοδεύουμε στο run μας, οι μάχες εναλλάσσονται σε μικρά χωριά, mini-challenges και ευκαιρίες για ανανέωση ζωής ή απόκτηση ενισχύσεων. Υπάρχουν και προαιρετικές προκλήσεις που συνήθως έχουν χρονικό περιορισμό και υψηλό ρίσκο όπως το να μειωθεί η συνολική μας υγεία στο 30%, αλλά αν τις ολοκληρώσουμε ανταμείβουν γενναιόδωρα με αναβαθμίσεις, χρήματα ή καλύτερες ικανότητες.

Στην αναβάθμιση ικανοτήτων, οι επιλογές έρχονται μέσω διαφόρων soul orbs, σε μια παρόμοια φλέβα με το Hades αφού καλούμαστε να διαλέξουμε ανάμεσα σε μία από τρεις πιθανές βελτιώσεις. Πολλές από αυτές έρχονται και σε τρια διαφορετικά επίπεδα, κάτι που θα εκμετεαλλευτούμε αρκετές φορές για να ενδυναμώσουμε το build μας και να φτάσουμε το “σπασμένο” που συνηθίζεται σε τέτοιους τίτλους.

Αυτό που ίσως μας ενοχλήσει είναι πως το Yasha ακολουθεί σε γενικές γραμμές γραμμική πορεία, καθώς δεν υπάρχει μεγάλη ποικιλία διαδρομών, ακόμα και αν υπάρχει ποικιλία σε εχθρούς, builds και όπλα. Καταλαβαίνουμε πως υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην ποικιλία και την ποιότητα αλλά εδώ προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα και στα δύο – χωρίς να το καταφέρνει απαραίτητα.

Η ποικιλία στα…όπλα

Το γενικότερο gameplay παραμένει στα μοτίβα που έχουμε μάθει ή έχουμε συνηθίσει από το είδος. Περνάμε από δωμάτιο σε δωμάτιο, σκοτώνουμε δαίμονες, σηκώνουμε νομίσματα και αναβαθμίσεις και προχωράμε προς ένα boss room για να μαζέψουμε υλικά και νέα όπλα ή αντικείμενα. Εδώ είναι που και το Yasha δείχνει την δημιουργικότητα του. Έχουμε την δυνατότητα να κατασκευάσουμε νέα όπλα χρησιμοποιώντας εξαρτήματα που σηκώνουμε από τα αφεντικά, με αυτά τα όπλα να φέρουν τις δικές τους μοναδικές ιδιότητες, από εκρήξεις και ζημιά διάβρωσης, μέχρι εμφάνιση sakura-βομβών με κάθε χτύπημα.

Mαζεύοντας υλικά από τους εχθρούς μας θα μπορέσουμε να φτιάξουμε διαφορετικά όπλα με διαφορετικές δυναμικές και βάθος. Κάθε όπλο φαντάζει όντως ξεχωριστό και η δυνατότητα εναλλαγής τους κατά την διάρκεια ενός run μας επιτρέπει να διαμορφώνουμε το build μας ανάλογα το build μας και τις απαιτήσεις του.

Τα builds που θα δημιουργήσουμε θα μας επιτρέψουν να αντιμετωπίσουμε και τα διάφορα τέρατα και αφεντικά του παιχνιδιού. Οι περισσότεροι μικροί εχθροί είναι σχετικά εύκολοι, με ευδιάκριτες χορογραφίες και επιθέσεις αλλά τα αφεντικά κλέβουν την παράσταση. Φέρουν μεγάλη ποικιλία, είναι διακριτώς διαφορετικά μεταξύ τους και οι μάχες τους είναι μοναδικές. Όσο παλεύουμε με ένα αφεντικό και κατεβάζουμε την υγεία του, αυτό εξαπολύει νέες επιθέσεις κάνοντάς μας έτσι να αλλάζουμε την προσέγγισή μας κατά την διάρκεια της μάχης – προσθέτοντας έτσι ένα ακόμα στρώμα ποικιλίας στο gameplay.

Η απόδοση τα κόβει σαν βούτυρο

Αυτό που με εντυπωσίασε ευχάριστα όταν έπαιζα το Yasha: Legends of the Demon Blade είναι η ευκρίνεια, η ποιότητα των γραφικών του και η απόδοσή του στο Nintendo Switch (εκεί όπου και βασίστηκε η δοκιμή μας). Το παιχνίδι καταφέρνει να διατηρήσει 60fps ακόμα και σε πιο απαιτητικές σκηνές με τα γραφικά να έχουν μια ευχάριστη υφή και λεπτομέρεια. Ωστόσο, οι άκρες και οι γραμμές που πλαισιώνουν τα μοντέλα γίνονται πιο διακριτές σε μεγαλύτερες αναλύσεις και οθόνες αλλά η μικρή οθόνη της φορητής λειτουργίας επιτρέπουν στο παιχνίδι να λάμψουν.

Το εικαστικό στυλ θυμίζει ιαπωνική ζωγραφική. Ζωντανά χρώματα, παραδοσιακά μοτίβα και όμορφα σχεδιασμένα τοπία δίνουν στο παιχνίδι ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Ο σχεδιασμός των bosses είναι εντυπωσιακός, αν και οι κοινές εχθρικές μονάδες επαναλαμβάνονται αρκετά.

Προβληματισμοί

Παρά τα θετικά του στοιχεία, υπήρξαν ορισμένες πτυχές του Yasha που είτε με ξένισαν, είτε με άφησαν αδιάφορο, είτε απλώς με απογοήτευσαν. Είναι φανερό πως το παιχνίδι αντλεί έμπνευση από τους κορυφαίους του είδους, και αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Ένα από τα πιο εμφανή παραδείγματα είναι η προσπάθειά του να ενσωματώσει αφήγηση, ακολουθώντας τα χνάρια του Hades, το οποίο κατάφερε να ανεβάσει τον πήχη για το πώς η ιστορία μπορεί να “δένει” οργανικά με τη δομή ενός roguelike.

Το πρόβλημα εδώ, όμως, είναι η εκτέλεση. Εκεί που το Hades χρησιμοποιούσε την αφήγηση ως ανάσα μέσα στον κυκλικό ρυθμό των runs, δημιουργώντας μια φυσική και ρέουσα εμπειρία, το Yasha συχνά διακόπτει τη δράση με εκτεταμένους διαλόγους και cutscenes. Αντί να ενισχύουν την εμπειρία, αυτές οι παρεμβάσεις δίνουν την αίσθηση ότι το gameplay μπαίνει σε δεύτερη μοίρα, δημιουργώντας έναν τεχνητό ρυθμό που διασπά την ένταση και τη ροή του παιχνιδιού.

Ένα ακόμη σημείο που με προβλημάτισε είναι το περιβάλλον χρήστη (UI). Αν και λειτουργικό, του λείπει η φινέτσα και η προσωπικότητα που έχουμε δει σε άλλα, πιο προσεγμένα roguelikes. Σε τίτλους όπως το Hades, το UI δεν εξυπηρετεί απλώς πρακτικούς σκοπούς, αλλά αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της αισθητικής και της ταυτότητας του παιχνιδιού, με stylized γραφικά, μικρές καλλιτεχνικές λεπτομέρειες και καθαρή, άμεση απεικόνιση των διαφόρων power-ups, που βοηθούν τον παίκτη να αντιλαμβάνεται άμεσα τις επιλογές του.

Αντίθετα, στο Yasha, το UI αισθάνεται περισσότερο λειτουργικό παρά καλαίσθητο. Κυριαρχεί μια μονοχρωμία και μια σχεδόν επίπεδη απεικόνιση, χωρίς ιδιαίτερο στιλ ή εικαστική πρωτοτυπία. Τα power-ups παρουσιάζονται κυρίως μέσω κειμένου, γεγονός που αφαιρεί από τη συνολική αίσθηση ενθουσιασμού και προσμονής κατά τη διάρκεια ενός run. Δεν πρόκειται για αποτυχία, αλλά σίγουρα για μια χαμένη ευκαιρία να ενισχυθεί η ταυτότητα και η ατμόσφαιρα του παιχνιδιού.

Συνοπτικά

Το Yasha: Legends of the Demon Blade είναι ένα φιλόδοξο roguelite που προσπαθεί να συνδυάσει την ιαπωνική μυθολογία, τη ζωγραφική αισθητική και τον σύγχρονο σχεδιασμό ενός action-oriented τίτλου. Προσφέρει μια αρκετά σταθερή εμπειρία με εντυπωσιακή απόδοση στο Nintendo Switch, καλό σύστημα κατασκευής όπλων και μια ιστορία που προσπαθεί να διαφοροποιηθεί μέσω των τριών χαρακτήρων. Ωστόσο, ορισμένες επιλογές σχεδιασμού, όπως η υπερβολική χρήση αφήγησης και το λιτό UI, στερούν μέρος της μαγείας που θα μπορούσε να έχει το παιχνίδι. Είναι μια τίμια προσπάθεια, με σίγουρες αρετές, αλλά και εμφανείς αδυναμίες που το κρατούν πίσω από τους πρωτοκλασάτους τίτλους του είδους.


Yasha: Legends of the Demon Blade

7

Προσφέρει μια αρκετά σταθερή εμπειρία με εντυπωσιακή απόδοση στο Nintendo Switch, καλό σύστημα κατασκευής όπλων και μια ιστορία που προσπαθεί να διαφοροποιηθεί μέσω των τριών χαρακτήρων. Ωστόσο, ορισμένες επιλογές σχεδιασμού, όπως η υπερβολική χρήση αφήγησης και το λιτό UI, στερούν μέρος της μαγείας που θα μπορούσε να έχει το παιχνίδι. Είναι μια τίμια προσπάθεια, με σίγουρες αρετές, αλλά και εμφανείς αδυναμίες που το κρατούν πίσω από τους πρωτοκλασάτους τίτλους του είδους.