Η Indie σκηνή αποτελεί με σιγουριά έναν από τους πιο δημιουργικούς και καινοτόμους τομείς της βιομηχανίας των βιντεοπαιχνιδιών, καθώς οι τίτλοι αυτοί αναπτύσσονται από μικρές, ανεξάρτητες ομάδες ή ακόμα και μεμονωμένους δημιουργούς, χωρίς την υποστήριξη μεγάλων εκδοτικών εταιρειών. Ως δημιουργίες, χαρακτηρίζονται από την ελευθερία στην καλλιτεχνική έκφραση, την πειραματική προσέγγιση στο gameplay και τη συχνή εστίαση σε μοναδικές αφηγήσεις και πρωτότυπους μηχανισμούς και καμιά φορά από τον νοσταλγικό τόνο που προσπαθούν να έχουν. Χάρη στις ψηφιακές πλατφόρμες διανομής, όπως το Steam, το itch.io και τα ψηφιακά καταστήματα των κονσολών, τα indie games έχουν αποκτήσει μεγάλη απήχηση, αποδεικνύοντας ότι η δημιουργικότητα και το πάθος μπορούν να ανταγωνιστούν ακόμα και τα πιο εμπορικά blockbuster της βιομηχανίας.
Τα τελευταία χρόνια, η σκηνή αυτή έχει δει δεκάδες, εκατοντάδες κυκλοφορίες που είτε έχουν καινοτομήσει με τον τρόπο τους είτε έχουν επαναφέρει την νοσταλγία μας για τις “κλασικές” εποχές του gaming με τίτλους όπως το Crow County, το Signalis και άλλα μικρά διαμαντάκια. Η PS1/PSX αισθητική αυτών των παιχνιδιών είναι χαρακτηριστική και αρκετά αισθητή τα τελευταία χρόνια αφού πολλοί indie δημιουργοί δοκιμάζουν αυτού του είδους τα γραφικά για τα projects τους, με τους περισσότερους από αυτούς να πετυχαίνουν όμορφα αποτελέσματα.

Έχετε ανοίξει;
Το Sorry We’re Closed είναι ο πιο πρόσφατος τίτλος που προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ κλασικών PSX γραφικών και ενός ιδιαίτερου gameplay που κάλλιστα θα μπορούσε να μας θυμήσει τους ιδιαίτερους τίτλους της Atlus όπως το Catherine. Ωστόσο, το Sorry We’re Closed, όσο ιδιαίτερο και αν είναι, είναι αρκετά σύντομο, κάτι που έχει αντίκτυπο κυρίως στους χαρακτήρες και τον κόσμο του. Θα λέγαμε πως είναι μια ιστορία αγάπης μέσα από τον φακό του ψυχολογικού τρόμου, με επιρροές από την αγγελολογία και μια ξεχωριστή pop-punk αισθητική. Αν και τα queer θέματα είναι αδιαμφισβήτητα, αποτελούν μόνο μία πτυχή της πολυεπίπεδης αφήγησης.
Όπως προανέφερα, το παιχνίδι αντλεί έμπνευση από τα survival horror των ‘90s, ενσωματώνοντας σταθερές γωνίες κάμερας, PSX-style γραφικά και gameplay που συνδυάζει τις μάχες με περιβαλλοντικούς γρίφους και γρήγορες αποφάσεις. Οπτικά, η νοσηρή αισθητική του, με εικόνες που θυμίζουν Silent Hill, αντιπαρατίθεται με ζωηρούς τόνους ροζ και μπλε, δημιουργώντας μια εμπειρία που είναι ταυτόχρονα ανησυχητική και μαγευτική, βγαλμένη από κάποιο neon retro music Video Clip.

Πρωταγωνίστρια της ιστορίας είναι η Michelle, μια “millennial” που παλεύει με μια αδιέξοδη δουλειά, ένα μικρό διαμέρισμα και έναν χωρισμό που δεν μπορεί να ξεπεράσει, μέχρι που έρχεται αντιμέτωπη με τη The Duchess, έναν δαίμονα-ενσάρκωση του φύλου της, έναν δαίμονα που της επιβάλλει ένα τρομακτικό τελεσίγραφο: να την αγαπήσει ή να υποστεί τις συνέπειες.
Το παιχνίδι ξεχωρίζει για το έξυπνο και χιουμοριστικό γράψιμό του, καθώς είναι γεμάτο με ενδιαφέροντες χαρακτήρες, όπως αγγελικές και δαιμονικές οντότητες με μοναδικές κοσμοθεωρίες. Η αφήγηση ενισχύεται ακόμα περισσότερο από την συνολική ατμόσφαιρα της παρουσίασης αφού οι φανταχτεροί, πολύχρωμοι χαρακτήρες έρχονται σε αντίθεση με την πλειοψηφία των σκοτεινών, μουντών και άλλοτε μονότων σκηνικών. Ο σχεδιασμός των χαρακτήρων όμως κλέβει την παράσταση αφού τα PSX γραφικά του συνδυάζονται με τέτοια σχέδια και χρώματα που θα μπορούσαν να έρχονται από τον Hirohiko Araki, αποτελώντας ένα ακόμα κεφάλαιο στην σειρά Jojo’s Bizarre Adventure.

Μια ρομαντική…περίεργη περιπέτεια
Η ιστορία περιλαμβάνει και διάφορους παράλληλους ρομαντικούς δεσμούς, με ανθρώπους που παλεύουν με τα συναισθήματά τους και δαίμονες που ερωτεύονται αγγέλους, δημιουργώντας ένα δίκτυο από καταδικασμένους έρωτες. Η Michelle μπορεί να επηρεάσει άμεσα αυτές τις σχέσεις, είτε καταστρέφοντάς τες είτε προσπαθώντας να τις σώσει, με τον παίκτη να λαμβάνει αποφάσεις που διαμορφώνουν το τελικό αποτέλεσμα. Η πρόοδος ακολουθεί μια σταθερή ρουτίνα που θυμίζει τα Persona: ξύπνημα, αλληλεπίδραση με τους κατοίκους της περιοχής, εξερεύνηση ενός χαοτικού «μπουντρουμιού» και επιστροφή στην αρχή. Εκεί λαμβάνουν χώρα οι μηχανισμοί επιβίωσης και τρόμου, οι οποίοι περιλαμβάνουν ενδιαφέροντες γρίφους, μάχες και προκλήσεις.
Ένα από τα βασικά στοιχεία του gameplay είναι η «κατάρα» της Michelle, η οποία έχει δημιουργήσει ένα τρίτο μάτι στο μέτωπό της. Όταν ανοίγει, αποκαλύπτει έναν παράλληλο κόσμο – είτε τον ανθρώπινο είτε τον δαιμονικό, ανάλογα με την τοποθεσία της. Αυτό το σύστημα είναι κρίσιμο για την επίλυση γρίφων, καθώς στοιχεία που υπάρχουν στον έναν κόσμο μπορεί να είναι άυλα στον άλλο. Όσο όμως βρίσκεται στους παράλληλους αυτούς κόσμους μπορεί να έρθει αντιμέτωπη με τις αγγελικές ή δαιμονικές φιγούρες με τις οποίες θα εμπλακεί σε μάχες υπομονής, επιμονής και…στόχου.
Οι μάχες βασίζονται σε μηχανισμούς πρώτου προσώπου, όπου η Michelle χρησιμοποιεί όπλα όπως τσεκούρια, πιστόλια και καραμπίνες. Το τρίτο μάτι παίζει καθοριστικό ρόλο και στη μάχη, καθώς μπορεί να αποκαλύψει τις καρδιές των εχθρών – τα μοναδικά αδύναμα σημεία τους. Παρόμοια με τη λογική του Killer7, η ευστοχία αυτών των σημείων εξασφαλίζει την εξουδετέρωσή τους, προσφέροντας ένα μοναδικό σύστημα μάχης που συνδυάζει στρατηγική και γρήγορες αντιδράσεις.

O βασικός μας στόχος κατά την διάρκεια της ιστορίας όμως είναι ένας, η εξόντωση της Δούκισσας. Για να το πετύχουμε αυτό, πρέπει να εντοπίσουμε τα θύματά της και να συλλέξουμε το τρίτο τους μάτι. Η διαδικασία αυτή μας οδηγεί σε σκοτεινά μπουντρούμια, όπου χρησιμοποιώντας το δικό μας τρίτο μάτι, θα αναβιώσουμε τις αναμνήσεις ανθρώπων που δεν στάθηκαν τόσο τυχεροί. Στους χώρους αυτούς επικρατεί μια ατμόσφαιρα μυστηρίου, με εγκαταλελειμμένα ενυδρεία και δαιδαλώδεις κρύπτες γεμάτες δαίμονες, παζλ και μηχανισμούς που απαιτούν περιστροφές και συλλογή κλειδιών για να ανοίξουν οι κλειδωμένες πόρτες.
Η εξερεύνηση απ’την μεριά της έχει μια ιδιαίτερη ρετρό αισθητική, δημιουργώντας μια διαρκή αίσθηση αβεβαιότητας, καθώς η κάμερα περιορίζει συχνά το οπτικό μας πεδίο, υποχρεώνοντάς μας να προχωράμε προσεκτικά χωρίς να γνωρίζουμε τι μας περιμένει. Η διάταξη των διαδρόμων και των μονοπατιών απαιτεί τη χρήση μιας εναλλαγής μεταξύ διαφορετικών επιπέδων πραγματικότητας, όπως η διάβαση μέσα από ένα μονοπάτι που καλύπτεται από αμπέλια ενισχύοντας έτσι την ατμόσφαιρα αγωνίας και την στρατηγική μας σκέψη.

Στοχευμένη αστοχία
Δυστυχώς, το σύστημα μάχης, ενώ έχει ενδιαφέροντα στοιχεία, δεν καταφέρνει να διατηρήσει τον ίδιο βαθμό ενδιαφέροντος. Αν και η ιδέα είναι καλή, οι τρεις διαθέσιμες επιλογές οπλισμού λειτουργούν με πανομοιότυπο τρόπο. Οι εχθροί πλησιάζουν αργά και η μετάβαση στην προοπτική πρώτου προσώπου επιτρέπει είτε απλό πυροβολισμό είτε τη χρήση του τρίτου ματιού για να αποκαλύψουμε την αδύναμη καρδιά τους. Αν πυροβολήουμε με ακρίβεια, οι εχθροί υφίστανται μεγάλη ζημιά, μερικοί δημιουργώντας διαδοχικές καρδιές που πρέπει να χτυπηθούν σε γρήγορη αλληλουχία ανταμείβοντας όμως αντίστοιχα την ταχύτητα και την ευστοχία μας.
Παρόλα αυτά, η εκτέλεση της μάχης παρουσιάζει προβλήματα. Ο μηχανισμός της εναλλαγής προοπτικής και της ενεργοποίησης του τρίτου ματιού απαιτεί χρόνο, ενώ το παιχνίδι συχνά ρίχνει μεγάλες ομάδες δαιμόνων εναντίον μας, καθιστώντας τη διαδικασία “δυσκίνητη“. Ορισμένοι μικρότεροι εχθροί πλησιάζουν τόσο γρήγορα που η στόχευση γίνεται σχεδόν αδύνατη, αναγκάζοντάς μας να κάνουμε αδέξιες υποχωρήσεις. Αν και οι μάχες μπορεί να γίνουν απογοητευτικές, το ιδιαίτερο σύμπαν του παιχνιδιού, οι εκκεντρικοί χαρακτήρες και οι ενδιαφέρουσες σχέσεις τους παραμένουν αρκετά ελκυστικά για να αξίζει η εμπειρία.
Ομολογώ πως το Sorry We’re Closed ήταν μια…περίεργη απόφαση για εμένα. Ενώ η αισθητική του, το gameplay, η εμφάνισή του κραυγάζει queerness, κραυγάζει κάτι σε ατζέντα κατάφερε να με κερδίζει μόνο λόγω της γοητείας του. Οι σχέσεις εδώ παρουσιάζονται φυσικά, με αυθεντικότητα, χωρίς να βασίζεται σε προπαγανδιστικά πρότυπα και μεταφορές. Περισσότερο από ένα τυπικό αφηγηματικό στοιχείο, το παιχνίδι προβάλλει έναν κόσμο που μοιάζει οικείος και αληθινός. Συνδυάζοντας το κλασικό survival horror με μια μοναδική ερωτική ιστορία που εξερευνά τη φύση του ίδιου του ρομαντισμού, προσφέρει μια ξεχωριστή εμπειρία.

Συνοψίζοντας
Το Sorry We’re Closed αποτελεί ένα ιδιαίτερο indie παιχνίδι που ισορροπεί ανάμεσα στη νοσταλγία του κλασικού survival horror και μια μοναδική, πολυεπίπεδη αφήγηση. Με έντονες αισθητικές αναφορές στα PSX γραφικά, μια ατμόσφαιρα που συνδυάζει τρόμο και νεον-ποπ αισθητική, καθώς και ένα έξυπνο, χιουμοριστικό σενάριο, καταφέρνει να ξεχωρίσει. Παρά τα προβλήματα στο σύστημα μάχης, το βάθος των χαρακτήρων, οι συναρπαστικές σχέσεις και το πρωτότυπο gameplay προσφέρουν μια εμπειρία που ξεπερνά την απλή queer εκπροσώπηση και μετατρέπεται σε μια αυθεντική, συναισθηματική ιστορία. Είναι ένα ακόμη παράδειγμα του πώς η indie σκηνή συνεχίζει να καινοτομεί, δημιουργώντας τίτλους που ξεφεύγουν από τις συμβάσεις της βιομηχανίας και προσφέρουν μοναδικές αφηγηματικές και παικτικές εμπειρίες.
Το Review Code ήταν μια ευγενική παραχώρηση της Akupara Games.

Sorry We're Closed
Παρότι το σύστημα μάχης έχει τις αδυναμίες του, η ιστορία, οι σχέσεις και η μοναδική του αισθητική το καθιστούν μια αξέχαστη εμπειρία, αναδεικνύοντας τη δημιουργικότητα της indie σκηνής.
