Το Lumo 2 είναι ένας τίτλος που σίγουρα με έχει διχάσει. Το δημιούργημα του Gareth Noyce και sequel του πρώτου Lumo (2016), αποτελεί την προσπάθεια μιας νοσταλγικής επιστροφής στα χρόνια των isometric puzzle-platformers της δεκαετίας του ’80, τότε που τα home consoles ήταν λιγότερο διαδεδομμένα και υιοθετούσαν τίτλους που τέσταραν την υπομονή αλλά και την λογική μας. Παράλληλα, το παιχνίδι φέρνει αρκετές ενδιαφέρουσες πινελιές και ιδέες, ενώ γεφυρώνει το χάσμα του παλιού με το νέο σε ένα μείγμα που προσπαθεί να βουτήξει τους νεότερους παίκτες στην “μαγεία” αυτού του παλιού.

Ως retro-like platformer, το Lumo 2 δεν έχει κάποια ιστορία. Ο ήρωάς μας είναι ο μικρός, μυστηριώδης μάγος που γνωρίσαμε και στο πρώτο παιχνίδι και, όπως δείξανε οι πρώτες σκηνές, πρέπει να είναι ένας developer που από το πουθενά βυθίστηκε στον ψηφιακό κόσμο. Εκεί τώρα, ξεκινά μια περιπέτεια μέσα από δεκάδες δωμάτια γεμάτα γρίφους, παγίδες και μυστικά, με μοναδικό στόχο την απόδραση. Δεν συναντάμε άλλους χαρακτήρες αλλά θα βρεθούμε σε γνώριμους κόσμους και παιχνίδια όπως σε επίπεδα του κλασικού Prince of Persia ή σε Shoot’em Ups τύπου R-Type της SEGA.

Παλια σχολη με φρεσκες ιδεες

Το Lumo 2 διατηρεί τον ισομετρικό σχεδιασμό του προκατόχου του, αλλά αυτή τη φορά τολμά να πειραματιστεί με περισσότερα arcade στυλ. Πέρα από τις παραδοσιακές isometric πίστες, ενσωματώνει μια σειρά από μικρότερα “mini-games” εμπνευσμένα από εμβληματικούς τίτλους των 80s. Συγκεκριμένα, θα βρούμε 3 mini-games διάσπαρτα στους διάφορους κόσμους και θα θυμίσουν πιο κλασικούς τίτλους όπως R-Type, Harrier ή Impossible Mission την στιγμή που ο ίδιος ο δημιουργός βάζει την δική του πινελιά.

Αυτός ο συνδυασμός, συνήθως, λειτουργεί καλά. Οι πίστες εναλλάσσονται γρήγορα, κρατώντας την ροή σταθερά και ποτέ δεν ξέρουμε τι θα αντιμετωπίσουμε στο επόμενο δωμάτιο. Ωστόσο, το platforming και οι γρίφοι παραμένουν ως επί τω πλείστον ίδιοι, με την κίνηση να απαιτεί ακρίβεια, επιμονή και πολλή υπομονή. Ορισμένες περιοχές απαιτούν σκέψη, άλλες δοκιμάζουν την αντίδρασή μας, ενώ όλες έχουν την δική τους μοναδική λύση. Ωστόσο, πολλές φορές, αυτοί οι γρίφοι είναι γεμάτοι εμπόδια ή ιδιοσυγκρασίες όπου κάνουν την κίνηση του ήρωα να είναι τέτοια που ενώ πιστεύουμε ότι τα αποφεύγουμε, θα βρεθούμε πάλι από την αρχή.

Κάθε δωμάτιο κρύβει ένα μυστικό αντικείμενο, συνήθως μια μικρή πλαστική πάπια, ως ένα καθαρό νεύμα στα ρετρό collectibles των 80s, μόνο που δεν κατάλαβα ποτέ αν το μαζεύουμε ή αν υπάρχει κάποια συλλογή για να το βάλουμε. Ήδη στους πρώτους δύο γρίφους, το παπάκι είναι το πρώτο αντικείμενο που ξεκλειδώνουμε αλλά κάθε φορά που το κρατούσα και έπεφτα από κάποια πλατφόρμα στο έδαφος, αυτό πήγαινε πάλι στην θέση από την οποία το πήρα – μετά εξαφανιζόταν χωρίς κάποια ένδειξη. Παράλληλα, υπάρχουν μουσικές κασέτες για συλλογή, τις οποίες πρέπει να τις μαζέψουμε με την σειρά που εμφανίζονται ώστε να τις ξεκλειδώσουμε.

Η δυσκολία του Lumo 2 είναι παρόμοια με εκείνη των παιχνιδιών του τότε. Οι θάνατοι είναι συχνοί, αλλά απλώς μας επιστρέφουν στην αρχή της αίθουσας, κρατώντας ό,τι έχουμε ήδη μαζέψει αλλά καλώντας μας να γυρίσουμε στην θέση που ήμασταν από το μηδέν. Ομολογουμένως, είναι μια “κλασική” σχεδιαστική προσέγγιση που ίσως να μην έχει “γεράσει” καλά σύμφωνα με τα δεδομένα του σήμερα, λειτουργεί όμως νοσταλγικά για τους παλαιότερους από εμάς.

Όσο προχωράμε ξεκλειδώνουμε επιπλέον ικανότητες όπως το να βλέπουμε αόρατες πλατφόρμες ή να κάνουμε διπλά άλματα, αποκτώντας έτσι πρόσβαση σε πλατφόρμες και σημεία που δεν μπορούσαμε να φτάσουμε προηγουμένως. Μια ακόμα σχεδιαστική προσέγγιση έρχεται στην μορφή των οδηγιών μιας και αυτές… δεν υπάρχουν. Όταν μπαίνουμε σε δωμάτια με γρίφους, δεν υπάρχουν οδηγίες ή ενδείξεις. Πρέπει να δώσουμε λίγα λεπτά, να παρατηρήσουμε τον χώρο και να πειραματιστούμε, να δοκιμάσουμε, να αποτύχουμε αρκετές φορές και στο τέλος να καταφέρουμε να καταλάβουμε την λύση – στοιχείο που θυμίζει αυθεντικά την εποχή των πρώτων home consoles.

Ρετρο αισθητικη με συγχρονο φινιρισμα

Οπτικά, το Lumo 2 προσπαθεί να μιμηθεί την αισθητική του παρελθόντος με μια πιο μοντέρνα χροιά. Τα textures είναι πιο καλοδουμένα, πιο απαλά, ο φωτισμός αρκετά καλός και καθαρός και τα εφέ είναι τόσο όμορφα όσο χρειάζεται. Η παλέτα χρωμάτων έχει ποικιλία και αυτή αναδεικνύεται όσο καλύτερα γίνεται με τις διάφορες προοπτικές της κάμερας. Σε ορισμένα σημεία, κάνει και ένα βήμα παραπέρα με περιστρεφόμενους κόσμους, γεωμετρικά σχήματα και δημιουργήματα που θυμίζουν Q*bert, σε μια υπόσταση που αγγίζει ελαφρώς το παρελθόν. Ο ήχος κινείται στην ίδια κατεύθυνση παίζοντας ρετρό synth με χαλαρές μελωδίες και σποραδικά arcade riffs που αλλάζουν ανάλογα με το είδος της πίστας. Ωστόσο, όλα αυτά δεν κολακεύονται ιδιαίτερα στην έκδοση του Nintendo Switch μιας και προορίζεται για την πρώτη κονσόλα και, αν και στην δεύτερη έχουμε πολλή καλύτερη απόδοση, τα γραφικά υστερούν σε σχέση με αυτό που μπορεί να υποστηρίξει το νέο σύστημα.

Για κάποιον λόγο όμως, σαν κάποιος που έπαιζε πολλά κλασικά παιχνίδια, arcade και puzzle games των 80s και 90s, δεν μπορώ να εναρμονιστώ με το Lumo 2. Ίσως φταίει η αισθητική του, ίσως φταίει η εμφάνισή του αλλά σε κάθε περίπτωση δεν μπορώ να συνηθίσω τον σχεδιασμό του. Όταν έμπαινα σε κάποιο mini game έσπαγε η μονοτονία, όταν όμως επέστρεφα στον βασικό βρόγχο, τόσο η ταχύτητα βηματισμού του χαρακτήρα, όσο και η απαίτηση της ακρίβειας μου δημιουργούσαν μια, κάπως, δυσάρεστη αίσθηση.

Ενα γραμμα αγαπης στα 8-bit χρονια

Το Lumo 2 δεν ενδιαφέρεται να εντυπωσιάσει με τεράστιους κόσμους ή φανταχτερά εφέ. Είναι μια ωδή σε μια εποχή που τα παιχνίδια ήταν πειραματικά, απλά και δημιουργικά. Το πρώτο Lumo ήταν μια αξιόλογη προσπάθεια να αποτυπωθεί η αγάπη του παρελθότνος αλλά το δεύτερο είναι η ωρίμανση αυτής. Πρόκειται για έναν τίτλο που καταλαβαίνει γιατί αγαπήσαμε εκείνα τα χρόνια και τα μεταφέρει με ευαισθησία στο σήμερα.

Ευχαριστούμε την εκδότρια εταιρεία για την παραχώρηση του κωδικού.