Το είδος των metroidvania αποτελεί έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους των 2D παιχνιδιών αφού μέχρι και σήμερα χρησιμοποιούνται για να πλάσουν μοναδικές εμπειρίες και ιστορίες. Σαν παιχνίδια συνδυάζουν με μοναδικό τρόπο το platforming με τη μη-γραμμική πρόοδο μέσα σε έναν ενιαίο, διασυνδεδεμένο κόσμο. Επηρεασμένα από τα θρυλικά Metroid και Castlevania: Symphony of the Night, αυτά τα παιχνίδια μας ενθαρρύνουν να αποκτούμε νέες ικανότητες όσο προχωράμε την ιστορία ώστε να επιστρέφουμε σε παλαιότερες περιοχές, ανοίγοντας έτσι κρυφά μονοπάτια και ανακαλύπτοντας μυστικά, θησαυρούς και περισσότερους εχθρούς ή ιδιαίτερα αφεντικά.
Η σειρά Gal Guardians αποτελεί έναν ξεχωριστό συνδυασμό δράσης, πλατφόρμας και γοτθικής αισθητικής, παντρεύοντας με μαεστρία το παραδοσιακό στυλ των ιαπωνικών 2D Metroidvania παιχνιδιών με σύγχρονες αφηγηματικές πινελιές. Το πρώτο παιχνίδι, με πρωταγωνίστριες τις αδερφές Kamizono, δύο νεαρές κυνηγούς δαιμόνων, εστιάζει στη συνεργασία, τη στρατηγική, επιτόπια εναλλαγή χαρακτήρων και τις εντυπωσιακές μάχες ενάντια σε “σκοτεινές υπερφυσικές δυνάμεις”. Η εικαστική του ταυτότητα παραπέμπει σε anime αισθητική, με έντονα χρώματα, χαρακτηριστικό voice acting και λεπτομερείς pixel art σχεδιασμούς που ξεχωρίζουν.
Το Gal Guardians (γνωστό και ως Grim Guardians: Demon Purge στην πρώτη του κυκλοφορία) δεν είναι απλώς ένα ακόμα retro-style παιχνίδι· είναι μια ωδή στα κλασικά Castlevania, φιλτραρισμένο μέσα από τη μοντέρνα ματιά της Inti Creates. Το δεύτερο παιχνίδι της σειράς, Gal Guardians: Servants of the Dark, έρχεται να επεκτείνει αυτό το σύμπαν με νέους χαρακτήρες, νέα ιστορία και νέα χαρακτηριστικά στο βασικό gameplay.

Τι να ζηλέψει από το Disgaea;
Η υπόθεση του Gal Guardians: Servants of the Dark ξεφεύγει από τις αρχικές πρωταγωνίστριες. Αυτή την φορά εστιάζουμε στους δαίμονες και συγκεκριμένα σε δύο καμαριέρες που βρίσκονται κάτω από την επίβλεψη και υπηρεσία ενός Demon Lord Maxim. Οι δύο αδερφές, Kirika και Masha, επιστρέφουν στο κάστρο του αφέντη τους για να το βρουν υπό επίθεση από άλλους δαίμονες. Συγκεκριμένα, ο Demon Lord Lyzenorg, με τη βοήθεια της αρχιυπηρέτριας Lysa, έχει ανατρέψει τον Maxim, διασκορπίζοντας το σώμα του σε όλο τον κόσμο των δαιμόνων. Οι Kirika και Masha, ως οι μόνες επιζήσασες, ξεκινούν μια αποστολή για να συγκεντρώσουν τα διασκορπισμένα οστά του Maxim, να τον αναστήσουν και να αποκαταστήσουν το κάστρο του στην παλιά του δόξα βρίσκοντας παράλληλα τις ψυχές των υπηκώων του Maxim.
Καθώς οι αδελφές εξερευνούν τον εκτενή κόσμο των δαιμόνων, θα αντιμετωπίσουν εχθρούς και παγίδες, χρησιμοποιώντας τις μοναδικές τους ικανότητες για να ξεπεράσουν εμπόδια και να λύσουν γρίφους. Η Kirika ειδικεύεται σε επιθέσεις μεγάλης εμβέλειας με αυτόματα όπλα, ενώ η Masha χρησιμοποιεί ένα μαστίγιο για κοντινές μάχες. Η εναλλαγή μεταξύ των δύο χαρακτήρων είναι απαραίτητη για την πλήρη εξερεύνηση του κόσμου και την αντιμετώπιση των προκλήσεων. Καθώς ανακτούν τα οστά του Maxim και ανασταίνουν τους υποτελείς του, ενισχύουν τη βάση τους, το κάστρο του Δαίμονα, το οποίο παρέχει πρόσθετες δυνατότητες και υποστήριξη στην αποστολή τους.

Όχι και ένα τόσο διαφορετικό metroidvania
To gameplay του Gal Guardians: Servants of the Dark δεν έχει το κάτι φοβερά διαφορετικό από άλλα παραδοσιακά metroidvanias. Οι δύο αδερφές πρέπει να εισβάλλουν στο κάστρο του Lyzenorg για να εκδικηθούν για τον αφέντη τους την στιγμή που θα αντιμετωπίσουν μικρούς δαίμονες και μεγάλα αφεντικά ξεκλειδώνοντας παράλληλα νέες ικανότητες και τρόπους μετακίνησης. Η εξερεύνηση παίζει σημαντικό ρόλο σε όλη την πρόοδο με τις ικανότητες που ξεκλειδώνουμε να μας ανοίγουν νέους δρόμους και δωμάτια γεμάτα εκπλήξεις ή απαραίτητα εργαλεία.
Η εναλλαγή χαρακτήρων επί τόπου παραμένει το σημαντικότερο στοιχείο όλης της εμπειρίας. Αν και με μια πρώτη ματιά η εναλλαγή τους δεν παίζει σημαντικό ρόλο, όσο προοδεύουμε θα δούμε πως η μάχη με όπλα και η μάχη με μαστίγιο έχει η κάθε μία τα δικά της θετικά και αρνητικά. Ορισμένοι εχθροί μπορούν να μπλοκάρουν τις σφαίρες της Kirika ενώ το μαστίγιο της Masha μπορεί να μην φτάνει εχθρούς που βρίσκονται στον αέρα, μακριά ή εξαπολύουν επικίνδυνες επιθέσεις. Το όπλο της Kirika ρίχνει πολλές σφαίρες συνεχόμενα προκαλώντας όμως μικρή ζημιά ενώ από την άλλη, το μαστίγιο της Masha μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά.

Πέρα από τα βασικά όπλα, η εξερεύνησή μπορεί να μας δώσει όπως σπαθιά, μαχαίρια, familiars, χειροβομβίδες και ξόρκια σε μια παρόμοια χροιά με τα επιμέρους όπλα του Symphony of the Night. Για να τα χρησιμοποιήσουμε αξιοποιούμε το συσσωρευμένο mana μας και από μεριάς τους μπορεί να αποδειχθούν χρήσιμα εργαλεία ή δυνατά όπλα που θα μας ξεμπλέξουν.
Σε αυτό το σύστημα κάτι που με ενόχλησε είναι το γεγονός ότι σε αντίθεση με το Symphony of the Night, που τα βρίσκουμε μια φορά και όχι τόσο συχνά, το Servants of the Dark μας κατακλύζει με αυτά τα όπλα. Τα βρίσκουμε αρκετά συχνά με αποτέλεσμα να τα μαζεύουμε στο inventory – και πολλές φορές δεν έχουν διαφορές από αυτά που έχουμε ήδη μαζέψει. Ομολογώ επίσης πως δεν τα πολυχρησιμοποίησα κατά την διάρκεια του gameplay παρά μόνο σε μάχες με αφεντικά ή πιο δύσκολες καταστάσεις.

Ένα ακόμα από τα βασικά συστήματα είναι και η αναγέννηση των χαρακτήρων. Οι επιθέσεις των εχθρών είναι αρκετά δυνατές και μπορούν πολύ σύντομα να μας σκοτώσουν. Όταν ο χαρακτήρας που χρησιμοποιούμε χάσει όλη την υγεία, αλλάζουμε στην άλλη αδερφή και με αυτή μπορούμα να “σπρώξουμε” την ψυχή της αδερφής μας πίσω στα κόκκαλά της ώστε να την ξαναζωντανέψουμε. Έτσι, δεν κόβεται απότομα το gameplay και μας δίνετια η ευκαιρία να διορθώσουμε ένα λάθος μας σύντομα και απλά. Ωστόσο, αυτή η σχεδιαστική λεπτομέρεια ελαττώνει παράλληλα και την δυσκολία που ακόμα και στο πιο δύσκολο γίνεται αρκετά…ευκολότερη. Αυτό διότι, πέρα από το revive έχουμε και δυνάμεις του Demon Lord Maxim που μας επιτρέπει το healing τουλάχιστον 100HP – κάτι που κάνει το revive ακόμα πιο αποτελεσματικό.
Το ίσως τελευταίο βασικότερο στοιχείο του gameplay είναι η πρόοδος των αδερφών. Όσο παίζουμε και σκοτώνουμε δαίμονες θα βρούμε κόκκαλα του Maxim ως απλά drops – κάτι που μου έκανε εντύπωση μιας και θεωρώ πως αυτά τα κόκκαλα είναι αντικείμενα δύναμης και δεν θα έπρεπε να είναι ένα απλό item drop αλλά ένας θησαυρός κρυμμένος σε δωμάτια. Τα κόκκαλα αυτά τα μαζεύουμε και τα χρησιμοποιούμε στον θρόνο του Maxim για να επαναφέρουμε την δύναμή του. Παραδίνοντας κόκκαλα εκεί θα δούμε την δύναμη μας και τα επίπεδά μας να ανεβαίνουν κάτι που θα επιτρέπει στον Lord Maxim να μας ξεκλειδώνει νέες δυνάμεις όπως διπλό πήδημα, air dashes και άλλα. Αυτές οι ικανότητες σε συνδυασμό με emblems που βρίσκουμε μπορούν να ενισχύσουν ακόμα παραπάνω την αποτελεσματικότητά μας. Για παράδειγμα, ένα emblem προσθέτει ένα ακόμα πήδημα οπότε μπορούμε να πηδήξουμε και τρεις φορές συνεχόμενα.

Τα αρνητικά
Δεν είναι όλα ιδανικά όμως. Το Servants of the Dark προσπαθεί να φτάσει την παραδοσιακή λογική προσθέτοντας κάτι διαφορετικό, ο τρόπος που υλοποιούνται όμως τα περισσότερα στοιχεία μας αφήνει να ζητάμε κάτι παραπάνω.
Ένα μεγάλο παράπονο έρχεται στο σύστημα του Fast Travelling – μιας και το backtracking γίνεται πολύ συχνά. Το παιχνίδι κάνει ό,τι μπορεί για να κάνει τη διαδικασία όσο πιο επώδυνη γίνεται. Δεν μπορούμε να κάνουμε fast travel από το κάστρο σε κάποιο Save Point ή σε κάποιον NPC, τον οποίο μπορείς να χάσεις, μιας και είναι metroidvania. To παιχνίδι σε αναγκάζει να επιστρέφεις συχνά στο κάστρο – για να ανεβάσεις level, να οργανώσεις αντικείμενα, να πάρεις healing items, να φορτίσεις επιθέσεις και να μαζέψεις λεφτά και η ανάγκη να πάμε στον Karon για να επιστρέψουμε πίσω προσθέτει ανούσιο χρόνο στην συνολική εξερεύνηση.
Η διαδικασία του leveling είναι εξίσου απογοητευτική. Για να πάμε στον θρόνο και να επιστρέψουμε στο σημείο του fast travel, πρέπει να περάσουμε από επτά οθόνες – με σκάλες και όλα. Και όταν τελικά φτάσουμε, δεν γνωρίζουμε πόσα levels θα ανέβουμε κάνοντας το “ρίσκο” της επιστροφής … ανούσιο. Οι σημαντικές αναβαθμίσεις είναι κλειδωμένες πίσω από levels-σταθμούς και χωρίς αυτές δεν μπορούμε να προχωρήσουμε. Μπορεί να έχουμε νικήσει όλα τα διαθέσιμα bosses, να έχουμε εξερευνήσει όλες τις προσβάσιμες περιοχές και παρ’ όλα αυτά να μην έχουμε αρκετή εμπειρία για να ξεκλειδώσουμε την επόμενη δύναμη. Αυτό διότι πρέπει να αγοράσουμε πόντους εμπειρίας με 8000 gold – και σε εκείνο το σημείο του παιχνιδιού, αυτό σημαίνει ώρες ατελείωτου grinding.

Η εξερεύνηση είναι επίσης προβληματική. Ο χάρτης είναι κακοσχεδιασμένος, με ελάχιστες πληροφορίες και δυσανάγνωστος. Δεν μας δείχνει πόσο έχουμε ολοκληρώσει κάθε περιοχή. Οι πόρτες εμφανίζονται στον χάρτη μόνο αν τις διασχίσουμε. Έτσι, μπορεί να νομίζουμε ότι έχουμε δει τα πάντα, ενώ στην πραγματικότητα μας λείπει μια ολόκληρη περιοχή. Η απεικόνιση του χάρτη γίνεται με κουτιά και με όχι χαρτογράφηση της μορφολογίας των περιοχών. Όταν τελικά βρίσκουμε ένα σεντούκι, περιμένουμε κάτι καλό. Αλλά τις περισσότερες φορές παίρνουμε ό,τι πιο άχρηστο υπάρχει – ένα ακόμα υποόπλο, healing potion μίας χρήσης, ελάχιστα χρήματα ή κάτι αντίστοιχο. Μόνο τα emblems και τα exp points αξίζουν τον κόπο, αλλά συνήθως είναι στα πιο δύσκολα σημεία.
Το inventory limit είναι γελοία μικρό. Ακόμα και πλήρως αναβαθμισμένο, έχουμε 500 slots. Το παιχνίδι όμως μας γεμίζει με άχρηστα αντικείμενα που πρέπει να πετάμε ένα-ένα. Η μαζική διαγραφή θα έπρεπε να είναι αυτονόητη αλλά, δυστυχώς, δεν υπάρχει εδώ.
Δεν υπάρχει bestiary, ούτε item library, ούτε καν οθόνη στατιστικών. Δεν μπορούμε να ξαναπαλέψουμε bosses, ούτε να ξαναδούμε στιγμές της ιστορίας που μπορεί να χάσαμε ή να μην θυμόμαστε. Υπάρχουν NPCs για online play αλλά όλα τα κουμπιά είναι γκριζαρισμένα – και κανείς δεν εξηγεί πώς να τα ενεργοποιήσουμε. Ακόμα και η δυνατότητα για δεύτερο gameplay με άλλους χαρακτήρες – μια ιδέα που έχουν υιοθετήσει πολλές Castlevania – εδώ απουσιάζει.

Εικαστική παρέμβαση
Η εικαστική “παρέμβαση” της δημιουργικής ομάδας είναι πάλι το highlight. Όπως και στο πρώτο παιχνίδι, το Servants of the Dark χαρακτηρίζεται από pixel μοντέλα και περιβάλλοντα με αρκετές λεπτομέρειες, ζωντανά χρώματα, διακριτικό U.I. και όμορφες πινελιές. Το art direction είναι πανέμορφο, το χιούμορ κάποιες φορές πετυχαίνει, και το σενάριο έχει ενδιαφέρον. Η αποστολή που σχετίζεται με τους ήρωες του πρώτου παιχνιδιού ήταν από τις λίγες ευχάριστες εμπειρίες – αρκεί να ξέρεις πού να πας, αλλιώς χάνεσαι χωρίς οδηγό.
Το αντίγραφο που δοκιμάσαμε ήταν το αντίστοιχο του Nintendo Switch και μπορούμε να πούμε πως δεν υπήρξαν προβλήματα απόδοσης ή κάτι ανάλογο. Οι χρόνοι φόρτωσης ήταν ικανοποιητικοί, σχετικά γρήγοροι και ήταν ελάχιστες οι περιπτώσεις που παρατήρησα πτώσεις στα καρέ, κυρίως όταν το background ή το σημείο ήταν βαρύ με στοιχεία, εχθρούς και εφέ. Κατά τ’άλλα, τόσο ο χειρισμός όσο και η απόδοσης ήταν αρκετά καλά.

Συνοπτικά
Το Gal Guardians: Servants of the Dark είναι ένα παιχνίδι με ξεκάθαρο δημιουργικό όραμα και έντονη αγάπη για τα παραδοσιακά ιαπωνικά metroidvania. Προσφέρει μια ικανοποιητική και ευχάριστη pixel art αισθητική, διασκεδαστικές μάχες και μηχανισμούς εξερεύνησης που δοκιμάζουν τη στρατηγική σκέψη. Ωστόσο, η έλλειψη ποιοτικής εξισορρόπησης στους μηχανισμούς προόδου, ο άσχημα σχεδιασμένος χάρτης και τα εμπόδια που δημιουργεί το inventory system και το fast travelling, υποβαθμίζουν τη συνολική εμπειρία. Παρά τις φωτεινές στιγμές του, κυρίως στον εικαστικό και αφηγηματικό τομέα, το παιχνίδι δεν καταφέρνει να ξεχωρίσει ανάμεσα στους μεγάλους του είδους. Είναι ένα παιχνίδι που μπορεί να εκτιμηθεί από τους “σκληροπυρηνικούς” φίλους των metroidvania, αλλά δύσκολα θα συγκινήσει τους περισσότερους από εμάς.

