Όταν το DOOM του 2016 κυκλοφόρησε ήταν ένα παιχνίδι που με έκανε να αισθανθώ ξανά. Μεγαλωμένος με τα κλασικά DOOM, σε Windows ’98 δεν ήξερα ότι χρειαζόμουν να ξανανιώσω αυτή την ένταση και την ταχύτητα αυτών των FPS. Ο νέος τότε τίτλος κατάφερε και ξερίζωσε κάθε ανησυχία, κάθε δισταγμό και με πέταξε μέσα στον σφαγιαστικό ρυθμό του με μία μόνο εντολή: Rip & Tear (until it is done). Ήταν η θριαμβευτική επιστροφή ενός θρύλου, που δεν προσπάθησε να κερδίσει σεβασμό με νοσταλγία, αλλά με ωμή, αδιάκοπη βία και heavy metal ακούσματα θυμίζοντάς μας διαρκώς πως εμείς είμαστε το τελικό αφεντικό.
Μετά από μερικά χρόνια, το DOOM Eternal έφερ πιο σκληρό, πιο πολύπλοκο, πιο έντονο shooting γεμάτο αίμα, νέα χαρακτηριστικά και ακόμα περισσότερη βία. Αν το πρώτο παιχνίδι μας έμαθε να τρέχουμε, το Eternal μάς κάλεσε να καταστρέψουμε τα πάντα με περισσότερα όπλα, περισσότερα συστήματα, και περισσότερα τέρατα να διαμελίσουμε. Έμοιαζε λιγότερο με παιχνίδι και περισσότερο με σπαρτιατική δοκιμασία. Όσο πιο βαθιά βυθιζόμασταν σε αυτή τη σφαγή, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούσαμε ότι δεν παίζαμε απλώς DOOM, παίζαμε την συνειδητοποίηση πως ο Doom Slayer είναι αυτό – ένας Slayer.

Τα “Σκοτεινά” χρόνια
Το τρίτο παιχνίδι της ανανεωμένης σειράς, το DOOM: The Dark Ages προσπαθεί να δέσει τα γεγονότα των δύο προηγούμενων τίτλων στέλνοντάς μας στο παρελθόν, στις ρίζες του DOOM Slayer, των Sentinels και του πολέμου μεταξύ ανθρωπότητας και κόλασης. Εδώ, ο Slayer παραμένει σιωπηλός, απειλητικός, γεμάτος οργή, ένα πολεμικό όπλο χωρίς ιδιαίτερο βάθος ή συναισθηματικές αποχρώσεις. Αυτή την φορά όμως, ο Slayer αποτελεί την “ρόδα” που θα κυλήσει την ιστορία η οποία βουτά βαθύτερα στο ίδιο το σύμπαν του DOOM, ξετυλίγοντας τις ρίζες της αιώνιας σύγκρουσης.
Μαζί με τους Sentinels και απέναντι στους Maykrs, η ιστορία χτίζει το πιο «γεμάτο» DOOM αφήγημα μέχρι σήμερα. Ο Slayer δεν πολεμάει μόνος τους αλλά μαζί με άλλους συμμάχους (τουλάχιστον στην αρχή είναι υποχρεωμένος να το κάνει) την στιγμή που καταστρέφει και προκαλεί το χάος μέσα από κάστρα, σκάφη με sci-fi πινελιές και απόκοσμες τοποθεσίες σε μια Lovecraftian αισθητική. Σε αντίθεση με την παραδοχή του παρελθόντος, ότι το DOOM δεν χρειάζεται κάποια ιστορία για να παίξουμε – κάτι που εύκολα ισχύει για μια τέτοια σειρά – η πλοκή εδώ αποκτά το δικό της βάρος χωρίς να κλέβει τη δόξα από το ασταμάτητο gunplay, ντύνοντάς το με περισσότερο μύθο και υπόσταση.

Techno-medieval
Η επιστροφή στις ρίζες του πολέμου μεταξύ ανθρωπότητας και δαιμόνων φέρει μια πιο μεσαιωνική χροιά συνδυάζοντας παράλληλα στοιχεία επιστημονικής φαντασίας και τεχνολογίας. Εδώ συνεχίζουν να υπάρχουν τα τεράστια ρομπότ, οι πυρήνες ενέργειας, περίτεχνα όπλα, ασπίδες ενέργειας και τεράστια, πολύπλοκα κτίρια τα οποία όμως πλαισιώνονται από μεσαιωνικού τύπου δημιουργήματα όπως ασπίδες, Morningstars, όπλα που πετάνε μπάλες με αλυσίδες, καταπέλτες, δρακόμορφα πλάσματα και μαγεία. Η εισβολή που είδαμε στο Eternal μεταφράζεται εδώ σε μεγάλου σκέλους πόλεμο με στρατιές να μάχονται στο παρασκήνιο και εμάς να είμαστε η μόνη μορφή ασταμάτητης δύναμης που εξολοθρεύει τα πάντα στο πέρασμά της.
Ομολογώ πως δεν ήμουν από εκείνους που αποφάσισε να ξαναπαίξει το Eternal πριν την κυκλοφορία του DOOM: The Dark Ages αλλά θεωρώ πως ήταν ένα από τα καλύτερα – και ίσως το καλύτερο – FPS όλων των εποχών. Η δράση, η ταχύτητα, η κίνηση στον χώρο της μάχης και όλη η παρουσίαση συνέθεταν έναν τίτλο που διασκεδάζει αλλά και εθίζει. Το gunplay ήταν άκρως διασκεδαστικό, κάτι που ισχύει και για τον νέο τίτλο αλλά με αισθητές διαφορές.
Το The Dark Ages ανταλλάζει την πιο έγχρωμη αισθητική του προκατόχου του με μια πιο σκοτεινή ατμόσφαιρα, πιο βίαιη σύσταση και ακόμα πιο εχθρικές διαθέσεις. Αυτό που ξεχωρίζει από τις προηγούμενες εκδόσεις και είναι το επίκεντρο όλου του gameplay loop, είναι η προσθήκη της Ασπίδας του Slayer και των νέων ικανοτήτων που τη συνοδεύουν. Τώρα, αντί να αποφεύγουμε συνεχώς σφαίρες και επιθέσεις τρέχοντας και πηδώντας ασταμάτητα, μπορούμε να ορμήσουμε κατευθείαν στον κίνδυνο, χρησιμοποιώντας την ασπίδα μας για να αποκρούσουμε ή να αντανακλάσουμε επιθέσεις. Με σωστό timing, μπορούμε να μπλοκάρουμε ή να αντεπιτεθούμε, προκαλώντας σοβαρή ζημιά και καθηλώνοντας εχθρούς. Επιπλέον, με το Dash skill της ασπίδας κλείνουμε γρήγορα αποστάσεις, συνδυάζοντας άμυνα και επίθεση με τρόπο που κρατάει τη μάχη γρήγορη και συναρπαστική, ενώ ταυτόχρονα νιώθουμε ότι ελέγχουμε έναν βαρύ, θωρακισμένο πολεμιστή.

Μια διασκεδαστική ασπίδα
Όταν όμως λέμε ότι η ασπίδα είναι το βασικό στοιχείο του gameplay, το εννούμε. Μπορούμε να κρατάμε οποιοδήποτε όπλο βρούμε όπως το Tactical ή Super Shotgun, το Rail spike ή το νέο Skull Crusher στο δεξί μας χέρι αλλά πάντα, στο αριστερό μας χέρι, θα κρατάμε την ασπίδια ως το κεντρικό εργαλείο μας. Το οπλοστάσιο του DOOM Slayer είναι αισθητά διαφορετικό και ενώ υπάρχουν όπλα που παραμένουν αξιόπιστοι υπηρέτες σε όλα τα παιχνίδια, έχουμε και νεότερα που είτε επιστρέφουν ανανεωμένα όπως το Accelerator – το Plasma Gun του παιχνιδιού – είτε άλλα που δένονται θεματικά με το setting όπως το Flail, το Power Gauntlet και το Dreadmace. Η πλειοψηφία των όπλων επίσης, έχει και διαφορετικά modes, πέρα από τα Upgrades, που διαφοροποιούν τόσο το στυλ τους όσο και την δύναμη της εκάστοτε βολής. Η εναλλαγή σε αυτά τα modes είναι άμεση και θα μας βοηθήσει να προσεγγίσουμε κάθε μάχη διαφορετικά.
Ωστόσο, όπως προείπα πολλές φορές, η ασπίδα θα είναι ο βασικός τρόπος επίθεσης, άμυνας και κίνησης στο χώρο αφού προσφέρει διαφορετικές προοπτικές και προσεγγίσεις. Είναι το απόλυτο υποστηρικτικό όπλο και ενώ θα μπορούσε να είναι απλά ένα gimmick, από τα πρώτα μόλις λεπτά γίνεται το απαραίτητο συστατικό για την έκβαση των μαχών. ΟΙ ικανότητες που δένουν πάνω της μας επιτρέπουν να κλείνουμε μεγάλες αποστάσεις γρήγορα, χτυπώντας το σώμα ενός εχθρού και παράλληλα δημιουργώντας ένα οστικό κύμα που εξολορεύει τους μικρούς εχθρούς ή ζαλίζει τους μεγαλύτερους. Όταν θα δέσουμε και το Chainsaw attachment πάνω της τότε θα μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε και ως boomerang για να κόψουμε εχθρούς στην μέση ή για να την “κολλήσουμε” πάνω σε μεγαλύτερους ώστε να τους κρατήσουμε σταθερούς (και να τους γεμίσουμε σφαίρες).
Ακόμα και το gunplay αποκτά βάθος χάρη στη χρήση της ασπίδας, καθώς συναντάμε δαίμονες με πανοπλίες και ασπίδες που πρέπει πρώτα να σπάσουμε. Για να το πετύχουμε, πυρακτώνουμε την επιφάνειά τους με συνεχείς ριπές και στη συνέχεια εκτοξεύουμε την ασπίδα μας, θρυμματίζοντας την άμυνά τους.
Guns, guns, guns
Όσον αφορά τα όπλα, στο Doom: The Dark Ages βλέπουμε μια ενδιαφέρουσα αλλαγή και στην εμφάνιση για να αποκτήσουν μια πιο μεσαιωνική αισθητική, αλλά οι λειτουργίες τους παραμένουν πιστές σε αυτό που αγαπήσαμε στη σειρά. Όλα τα κλασικά και δυνατά όπλα είναι εδώ ενώ υπάρχουν και πιο μοναδικά όπως το Skullcrusher Pulverizer, που θρυματίζει κρανία για να ρίξει βολές με τεράστιο spread, ιδανικό για να καθαρίζουμε μαζικά ορδές εχθρών. Ένα ακόμη φρέσκο στοιχείο είναι ότι κάθε όπλο έχει μια διαφορετική εκδοχή που μοιράζεται τον ίδιο τύπο πυρομαχικών και μπορούμε να εναλλάσσουμε άμεσα, προσθέτοντας μεγάλη ποικιλία στη μάχη χωρίς όμως να είναι υποχρεωτικό. Κάποια από αυτά ενισχύουν και την δύναμή τους έτσι όπως το Impaler, που ρίχνει ένα καρφί με μεγάλη δύναμη ώστε τα headshots να γίνονται καταστροφικά.
Το καλύτερο όμως είναι ότι όλα τα όπλα παραμένουν χρήσιμα μέχρι το τέλος του παιχνιδιού, κάτι που ίσως να μην ήταν τόσο αισθητό στα προηγούμενα δύο παιχνίδια. Παρόλο που έχουμε τις προτιμήσεις μας, όπως το Super Shotgun ή το Rocket Launcher, ακόμα και τα αρχικά όπλα μένουν δυνατά με τις σωστές αναβαθμίσεις. Αν θέλουμε armor, τραβάμε το shotgun που ανάβει τους εχθρούς για να ρίχνουν armor shards, αν χρειαζόμαστε health, πάμε στο Ravager για να ματώνουν και να αφήνουν health pickups κι αν θέλουμε να καθηλώσουμε έναν εχθρό και ταυτόχρονα να βλάψουμε όσους τον περιβάλλουν, πετάμε την ασπίδα, αυτή καρφώνεται στο σώμα ενός εχθρού και τη χτυπάμε όσο γυρνάει ώστε να στείλουμε τις σφαίρες μας παντού στον χώρο. Όλα αυτά ξεδιπλώνονται σταδιακά μέσα στην καμπάνια, με ένα νέο όπλο ή ικανότητα σχεδόν σε κάθε επίπεδο, κρατώντας τη μάχη ενδιαφέρουσα μέχρι και το τέλος.

Τέρατα της κολάσεως
Μιλώντας για εχθρούς, το Doom: The Dark Ages έχει κατά κύριο λόγο τους γνωστούς δαίμονες που έχουμε συναντήσει και στα προηγούμενα παιχνίδια, όπως τα Imps, τους Hell Knights, τα Mancubi, τα Arachnotron και τα Cyberdemon, με τη συμπεριφορά που περιμένουμε αλλά με νέα εμφάνιση για να ταιριάζουν καλύτερα στο νέο σκηνικό. Το παιχνίδι επαναφέρει ακόμα και τον Vagary ως mini-boss, μετά από την απουσία του από το Doom 3.
Εδώ μας περιμένει μια καλοδουλεμένη ποικιλία εχθρών, με τους γνώριμους αντιπάλους να αποκτούν νέα εμφάνιση που τους δένει καλύτερα με το setting του παιχνιδιού. Παράλληλα, η id έχει πολλαπλασιάσει τους εχθρούς στην οθόνη, μετατρέποντας κάθε μάχη σε μικρή πολεμική σύγκρουση. Στην αρχή αυτό ίσως μας ζορίζει, αλλά με σωστή χρήση της ασπίδας μαθαίνουμε να ελέγχουμε το χάος και να ολοκληρώνουμε με αποτελεσματικότητα τις μάχες. Για παράδειγμα, οι απλοί δαίμονες,είτε πρόκειται για ζόμπι είτε για Foot Soldiers, μπορεί να είναι αδύναμοι μεμονωμένα, αλλά σε αριθμούς γίνονται απειλητικοί, είτε με τις σφαίρες τους είτε με την αργή, αλλά σταθερή προέλασή τους. Κι όλα αυτά ενώ πρέπει να κινούμαστε αδιάκοπα και να αποκρούμε επιθέσεις από ισχυρότερους δαίμονες.

Με την κίνηση στον χώρο να παραμένει το κλειδί βλέπουμε και εδώ αλλαγές. Αντί για διπλά άλματα, ταχύ βάδισμα και αστραπιαία εναλλαγή όπλων με το πάτημα ενός κουμπιού,στοιχεία-σήμα κατατεθέν των speed runs, η id αξιοποιεί την ασπίδα, επιτρέποντάς μας να κάνουμε εφόδους μέσα από αυτήν ενώ αφαιρεί τους προαναφερθείσες τρόπους μετακίνησης και μάχης. Ο Slayer είναι πιο βαρύς σε σχέση με τα προηγούμενα παιχνίδια, κάτι που αποτυπώνεται τόσο στο βηματισμό του όσο και σε λεπτομέρειες, όπως οι προσγειώσεις από μεγάλο ύψος, που προκαλούν ground pounds ικανά να εξολοθρεύσουν εχθρούς.
Ίσως το πιο απολαυστικό κομμάτι του συστήματος μάχης όμως είναι το γεγονός πως μπορούμε να κόψουμε ολόκληρα κομμάτια κρέας από τους εχθρούς μας μέχρι κάτω το κόκκαλο. Οι εχθροί μας μπορεί να ξεκινήσουν ως ολοκληρωμένα τερατουργήματα και μέσα σε μόλις λίγα δευτερόλεπτα να γίνουν κόκκαλα με λιγοστή σάρκα και τα κομμάτια τους πεταμένα κάπου στο πεδίο της μάχης. Είναι απολαυστικό να βλέπεις τις σφαίρες σου να περνάνε μέσα από το μαλακό κρέας σαν μαχαίρι στο βούτυρο.

Mechas & δράκοι
Τα 22 επίπεδα του The Dark Ages εντυπωσιάζουν αφού είναι πραγματικά τεράστια, γεμάτα μυστικά, κουκλάκια και κρυφά αντικείμενα όπως Codexes και Rubies για αναβαθμίσεις, κρατώντας έτσι το αίσθημα εξερεύνησης υψηλά και την κλασική φόρμουλα της σειράς ανέγγιχτη. Η ταχύτητα του τρεξίματος μας επιτρέπει να εξερευνήσουμε τα περιβάλλοντα γρηγορότερα και να κάνουμε εντυπωσιακές μανούβρες αλλά τόσο λόγω της γενικότερης αισθητικής όσο και της πολυπλοκότητας των χαρτών ενδέχεται να χάσουμε πολλούς περιβαλλοντικούς γρίφους και συνεπώς, μυστικά.
Ανάμεσα σε αυτά τα κεφάλαια θα βρούμε και τα “highlights” του παιχνιδιού: τους Τιτάνες, τα Mechas και τα Drakes. Εδώ, για άλλη μια φορά, η ανάμειξη του μεσαιωνικού με το τεχνολογικό αναδεικνύεται με τμήματα που είναι άκρως διασκεδαστικά, μεγαλοπρεπή και εντυπωσιακά. Ο έλεγχος του mecha είναι φυσικός, ελαφρύς αλλά παράλληλα βαρής αφού κάθε γροθιά, κάθε κίνηση έχει από πίσω της αρκετό βάρος για να εκτοξεύσει τα επίπεδα σεροτινίνης μας. Από την άλλη, τα τμήματα με τον δράκο και τις ιπτάμενες αποστολές μας θυμίζουν κάτι από Panzer Dragoon με την διαφορά πως εδώ ο έλεγχος του δράκου είναι πανεύκολος, ευχάριστος και μας κάνει να νιώθουμε ως έναν πραγματικό techno-knight καβάλα πάνω στο μηχανικό δράκο του – metal as hell!
Προβληματισμοί
Ενώ οι αλλαγές που έχει κάνει η id Software συνθέτουν μια πιο φρέσκια, ανανεωμένη εμπειρία, κάτι…δεν μου “κάθεται καλά”. Το μυαλό μου παραμένει προσγειωμένο στην εμπειρία του Eternal οπότε και συνεχώς συγκρίνει τα διάφορα στοιχεία της νέα περιπέτειας. Εξακολουθούμε να έχουμε έντονο gameplay γεμάτο δράση, διασκεδαστικό gunplay και νέα στοιχεία που κάνουν την λούπα πιο φρέσκια αλλά λείπουν σημαντικά στοιχεία που έκαναν τα δύο πρώτα παιχνίδια της σειράς να ξεχωρίσουν.
Το Chainsaw, που παλιότερα ήταν ο βασικός τρόπος για να αναπληρώσουμε σφαίρες και ασπίδα, έχει αντικατασταθεί από ένα melee σύστημα που κάνει ακριβώς το ίδιο πράγμα λιγότερο εντυπωσιακά. Επιπλέον, τα Glory Kills έχουν, ως επί τω πλείστον, αντικατασταθεί από πιο σύντομα και μονότονα finishers όπως απλές μπουνιές ή κλωτσιές και, ενίοτε, πιο περίπλοκα animations. Η ομάδα ανάπτυξης έκανε αυτή την αλλαγή για να μην ελαττωθεί η ροή και η ταχύτητα της μάχης αλλά εδώ, ο τρόπος αυτός, κάνει την χρήση τους απλά μια ανάγκη για ανανέωση πόρων και όχι μια απόλαυση όπως ήταν παλιά.
Τέλος, κάτι που δεν μπορώ να εξηγήσω τόσο καλά, είναι η αίσθηση ευκρίνειας και λεπτομέρειας κατά την διάρκεια της μάχης και της εξερεύνησης. Σε σχέση με τα προηγούμενα παιχνίδια, εδώ η πιο σκοτεινή αισθητική δίνει την εντύπωση πως έχει “λιγότερο κρέας”. Με πιο απλά λόγια, καταλαβαίνουμε πως γίνεται η χρήση περισσότερων πολυγόνων αλλά η αύξηση των ενεργών εχθρών έχει ελαττώσει αρκετά την ευκρίνεια, την λεπτομέρεια και την λαμπερή επίστρωση του παρελθόντος. Κάτι δεν ταιριάζει αλλά είναι δύσκολο να προσδιοριστεί τι.

Ένα τεχνικό όνειρο
Όταν έτρεξα για πρώτη φορά το παιχνίδι είχα μια ανησυχία για το πως θα αποδώσει στο σύστημα μου. Ως σημείο αναφοράς, το σύστημα στο οποίο δοκιμάστηκε ο τίτλος φέρει έναν επεξεργαστή AMD Ryzen 7 5800X3D, 50GB μνήμης Ram, μια κάρτα γραφικών NVIDIA RTX 4070 με τον τίτλο να είναι εγκατεστημένος σε έναν SSD. Θέτωντας τις ρυθμίσεις στο “Ultra Nightmare” (που στην ουσία είναι οι μέγιστες ρυθμίσεις γραφικών), χωρίς κάποια FrameGen τεχνολογία και AntiAliasing στο DLSS με 100% Sharpness κυμαινόμουν μεταξύ 85 και 95FPS καθόλη την διάρκεια του παιχνιδιού ακόμα και αν στον ορίζοντα επικρατούσε το χάος ή ακόμα και αν είχα πολλούς εχθρούς να μου σπαμάρουν.
Ομολογώ πως η απόδοση του τίτλου με εντυπωσίασε ευχάριστα αλλά δεν είχα δυστυχώς τον χρόνο να δοκιμάσω και άλλες ρυθμίσεις για να δω αν υπάρχουν σημαντικές διαφορές στην εικόνα. Παρόλα αυτά, όταν καθόμουν και “χάζευα” τα πίσω σκηνικά, τις τοποθεσίες, τα skyboxes και τον πόλεμο που λάμβανε χώρα στον χάρτη μου δινόταν αυτή η αίσθηση του χάους, του πολέμου. Θύμιζε σίγουρα το σκέλος του Warhammer 40K: Space Marine 2 με μικρές διαφορές στο πλήθος των εχθρών.
Δυστυχώς, προς το παρόν, το The Dark Ages δεν τρέχει ικανοποιητικά στο Steam Deck οπότε μια δοκιμή πάνω σε αυτό ήταν βασανιστική. Ακόμα και με Frame Generation, Proton Experimental και τις ρυθμίσεις στο ελάχιστο υπήρχαν κολλήματα, αισθητές πτώσεις, “λασπώδης” εικόνα και μια εμπειρία που δεν συστήνεται. Ακόμα και αν υπάρξουν performance patches στο μέλλον, δεν πιστεύω πως θα υπάρξει μεγάλη βελτίωση στην εμπειρία.
Να σημειωθεί όμως πως αντιμετώπισα ένα συγκεκριμένo πρόβλημα που οδήγησε πολλές φορές σε εκνευρισμό. Όταν έκανα κάποιο alt tab είτε για να κρατήσω σημειώσεις είτε για να αλληλεπιδράσω με άλλη εφαρμογή του υπολογιστή, υπήρχε περίπτωση το παιχνίδι να “freezeάρει” με αποτέλεσμα να πρέπει να κάνω επανεκκίνηση ολόκληρου του συστήματος μιας και το κλείσιμο της διεργασίας δεν επέφερε αποτέλεσμα.

Συνοπτικά
To DOOM: The Dark Ages είναι ακόμα περισσότερο DOOM…αλλά και δεν είναι. Είναι ένα νέο κεφάλαιο στην αγαπημένη, ανανεωμένη σειρά αλλά δίνεται η αίσθηση πως η id Software το έφτιαξε όσο πιο ασφαλές γίνεται. Ωστόσο, δεν φοβάται να αναμετρηθεί με την ίδια του την ιστορία, πηγαίνοντας σε πιο σκοτεινά, πιο βίαια και πιο βαρύγδουπα μονοπάτια. Επαναπροσδιορίζει το πώς κινούμαστε, πώς αμυνόμαστε και πώς ορμάμε, κάνοντάς μας να νιώσουμε για άλλη μια φορά ως Slayer όχι μόνο ως φονική μηχανή, αλλά ως πραγματικό πολεμιστή ενός techno-medieval κόσμου. Παρά τις μικρές υποχωρήσεις σε τομείς που αγαπήσαμε στο Eternal, η νέα προσέγγιση προσφέρει μια ανανεωμένη εμπειρία που στέκεται επάξια στη σειρά, προσκαλώντας μας ξανά στη σφαγή, αυτή τη φορά με ασπίδα στο ένα χέρι και φωτιά στο άλλο.
Το early access game code ήταν μια παραχώρηση της Bethesda.

DOOM: The Dark Ages
To DOOM: The Dark Ages είναι ακόμα περισσότερο DOOM…αλλά και δεν είναι. Είναι ένα νέο κεφάλαιο στην αγαπημένη, ανανεωμένη σειρά αλλά δίνεται η αίσθηση πως η id Software το έφτιαξε όσο πιο ασφαλές γίνεται.
