Το Dragon Ball είναι μια σειρά που μεγάλωσε αρκετές γενιές του σήμερα. Προσωπικά, έχω μια ιδιαίτερη σχέση με την σειρά καθώς ήταν η συντροφιά μου κάθε πρωί για αρκετά χρόνια της παιδικής μου ηλικίας. Ουρλιαχτά, νέες μορφές, υπερβολικά καταστροφικές μάχες και ακτίνες παραμένουν τα βασικά χαρακτηριστικά όλης της σειράς, στοιχεία που συναντάμε και στις σημερινές μεταφορές του έργου του Akira Toriyama. Μια από αυτές τοις μεταφορές ήταν και η σειρά Dragon Ball Z: Budokai Tenkaichi που ξεκίνησε από το PS2 και αργότερα επεκτάθηκε στα PSP, PSVITA και PS3 και για πολλά χρόνια, μετά το Budokai Tenkaichi 3 η σειρά μπήκε στο αρχείο.
Μετά από όλα αυτά χρόνια, το Budokai Tenkaichi επιστρέφει μέσω του DRAGON BALL: Sparking! ZERO, του, θεωρητικά, τέταρτου παιχνιδιού της σειράς με τις Bandai Namco και Spike Chunsoft να επιχειρούν να επιστρέψουν στη φιλοσοφία των παιχνιδιών σαν σημείο αναφοράς για όσα τα έκαναν αγαπητά – μορφές, μάχες μεγάλου σκέλους, περιβάλλοντα που καταστρέφονται με το παραμικρό και την γενικότερη ένταση που χαρακτηρίζει την σειρά.

Σπιθες και φωνες
Η αφορμή να ξανακοιτάξουμε τον τίτλο που που κυκλοφόρησε το 2024 είναι η επανακυκλοφορία του σε Nintendo Switch και Nintendo Switch 2. Λίγο-πολύ γνωρίζουμε τι να περιμένουμε από τον τίτλο. Εξάλλου, από την πρώτη στιγμή το παιχνίδι δείχνει την πρόθεσή του μιας και είναι η πλήρης «γιορτή» της σειράς με όλους τους χαρακτήρες από το Dragon Ball Z μέχρι και το Dragon Ball Daima να προσθέτονται στο, ίσως, μεγαλύτερο roster της σειράς. Το σύντομο εισαγωγικό tutorial μας τοποθετεί λίγο μετά τα γεγονότα του Dragon Ball Super, με τον Goku και τον Vegeta να επιστρέφουν στη Bulma και τους Beerus και Whis να συνεχίζουν την καθιερωμένη τους υπερκατανάλωση. Το σημείο αυτό λειτουργεί και το βασικό HUB, δίνοντας πρόσβαση σε story episodes, custom επεισόδια, μάχες, προπονήσεις, τουρνουά και online modes, αλλά και στοιχεία όπως profile customization, gallery, shop και φυσικά τις καθιερωμένες ευχές στους Shenron, Porunga και Super Shenron.
Το βασικό story mode προσεγγίζει την αφήγηση διαφορετικά από ό,τι έχουμε συνηθίσει. Η γραμμική παρουσίαση αλλάζει μερικώς αφού μπορούμε επιλέγοντας ήρωες όπως τους Goku, Vegeta, Gohan, Frieza ή Goku Black και παίζουμε κάθε ιστορία μέσα από τη δική τους οπτική γωνία. Η φιλοσοφία των σύντομων, voice-acted στατικών cutscenes διατηρεί την αφήγηση γρήγορη, ενώ οι πιο σημαντικές μάχες παρουσιάζονται με πλήρεις σκηνές και voice acting. Η παρουσίαση εδώ μπορεί να θεωρηθεί ως μια συμπυκνωμένη αναδρομή στα γεγονότα των Dragon Ball Z και Super, με αρκετές ιστορικές μάχες να λειτουργούν περισσότερο ως υπενθύμιση παρά ως νέο υλικό. Ορισμένες σκηνές μάλιστα παρουσιάζονται και μέσα από τα μάτια του εκάστοτε χαρακτήρα, δίνοντας μια ενδιαφέρουσα εναλλακτική οπτική σε πολύ γνώριμες στιγμές ενώ υπάρχουν και επιλογές που μπορούμε να κάνουμε, επιλογές που αλλάζουν τα γεγονότα όπως το να μην μας βοηθήσει ο Piccolo στην μάχη με τον Raditz και έτσι η μάχη με τον Frieza να κυλήσει τελείως διαφορετικά – αυτά λέγονται και Sparking! Episodes, δηλαδή γεγονότα που θα δούμε μόνο στο Sparking! και αλλάζουν την ροή των γεγονότων ριζικά.

Η ολοκλήρωση των επεισοδίων μας επιτρέπει να ξεκλειδώσουμε χαρακτήρες, εμφανίσεις και τίτλους, ενώ τα XP και τα in-game χρήματα επιτρέπουν την αγορά ακόμα περισσότερων από το αντίστοιχο κατάστημα. Η επίκληση των δράκων ακολουθεί μια λογική παρόμοια με εκείνη του FighterZ, με ευχές που λειτουργούν ως μικρές ανταμοιβές και προσφέρουν ένα πρόσθετο κίνητρο επανάληψης όπως την δωρεάν απόκτηση ενός χαρακτήρα ή την απόκτηση χρημάτων.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία των offline modes είναι και το Custom Episodes mode, το οποίο μας δίνει την δυνατότητα να δημιουργήσουμε δικά μας σενάρια. Η διαδικασία είναι απλή αλλά αφήνει χώρο για δημιουργικότητα, οδηγώντας σε αποτελέσματα άλλοτε χιουμοριστικά και άλλοτε απλώς εντυπωσιακά. Η αντιπαράθεση χαρακτήρων που δεν θα βλέπαμε ποτέ στη σειρά, οι απρόβλεπτες αφηγήσεις και η ελευθερία παραμετροποίησης θα μπορούσαν να προσθέσουν σημαντική διάρκεια ζωής στον τίτλο αλλά η εργαλειοθήκη που έχουμε εδώ μας περιορίζει αρκετά. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε έως τώρα είναι να δημιουργήσουμε σκηνές μεταξύ χαρακτήρων, να τις χωρίσουμε με στατικά cutscenes και να θέσουμε έναν διάλογο με λέξεις – κλειδιά. Όπως μπορούμε να καταλάβουμε, αυτές οι επιλογές είναι περιορισμένες και αν τις εξερευνήσουμε όλες δεν θα έχουμε κίνητρο να δημιουργήσουμε κάτι πρωτότυπο ή διαφορετικό.

Οι μαχες λαμπουν ξανα
Στο κομμάτι της μάχης, το Sparking! ZERO παραμένει απόλυτα πιστό στο στυλ της σειράς Tenkaichi. Η βασική φιλοσοφία παραμένει στην γρήγορη δράση, τις θεαματικές συγκρούσεις και ένα σύστημα που μαθαίνεται εύκολα αλλά απαιτεί εξάσκηση για να αξιοποιηθεί πλήρως. Τα βασικά combos, τα Ki Blasts, τα dashes, τα vanishes και οι super επιθέσεις σχηματίζουν μια γνώριμη δομή που ανταμείβει τόσο τους παλιούς όσο και όσους έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με τη σειρά και επιβραβεύουν τόσο το ρίσκο όσο και τα γρήγορα αντανακλαστικά κάνοντάς μας να νιώθουμε σαν Super Saiyans.
Τα beam clashes, τα struggles και οι καταστροφές περιβάλλοντος παραμένουν αναπόσπαστο κομμάτι της εμπειρίας και παρουσιάζονται με ενισχυμένη ευκρίνεια και λεπτομέρεια, ενώ ορισμένες μάχες μπορούν να επηρεάσουν μέχρι και το ίδιο το πεδίο, οδηγώντας σε πλήρη αλλαγή σκηνικού. Αυτό που προκαλεί εντύπωση όμως στο σύστημα μάχης είναι το ανάλογο σύστημα δυναμικότητας (DP) μια λειτοργία που μας δίνει ορισμένους πόντους για να συνθέσουμε την ομάδα μας. Οι ήρωες έχουν κάποιους πόντους που αναδεικνύουν την δύναμή τους. Για παράδειγμα, ο SSGSS Goku έχει 8 DP ενώ ο Base Goku έχει 5 DP. Έτσι, δεν μπορούμε να έχουμε πάντα πέντε ήρωες στην ομάδα μας, αλλά η δύναμή μας θα είναι, θεωρητικά, αρκετή για να ανταπεξέλθουμε στις προκλήσεις. Παρ’ όλα αυτά, η ισορροπία μεταξύ χαρακτήρων δεν είναι πάντα ιδανική και συχνά το αποτέλεσμα κρίνεται από την ικανότητα του παίκτη και λιγότερο από την καθαρή δύναμη των ηρώων.

Το καλυτερο στυλ στα γραφικα;
Αν και όλα αυτά είναι γνωστά μετά από τόοσ καιρό, ειδικά στους fans της σειράς, αυτό που εξακολουθεί να εντυπωσιάζει είναι τα γραφικά τυο νέου τίτλου. Μετά από τόσα χρόνια τόσο η Bandai όσο και η Spike έχουν κάνει μια εξαιρετική δουλειά στην τρισδιάστατη παρουσίαση αυτής της νέας γενιάς. Κάθε χαρακτήρας χαρακτηρίζεται από μια ρέουσα anime αισθητική με λεπτομερή 3D μοντέλα. Τα πεδία μάχης είναι εξαιρετικά μεγάλα, διαδραστικά και επιτρέπουν την κλιμάκωση της δράσης από μικρές σκηνές σε πεδία μάχης που καταστρέφονται σταδιακά. Το πεδίο της μάχης, για παράδειγμα, μπορεί να μετατραπεί σε έναν υφαιστειογενή βράχο σε δευτερόλεπτα, ή τουλάχιστον αν καταφέρουμε να ρίξουμε μια ενεργειακή σφαίρα στην επιφάνειά του. Τα εφέ και τα εφέ της καταστροφής ενσωματώνονται ομαλά στο στυλ του παιχνιδιού, προσφέροντας εντυπωσιακές μάχες χωρίς να χάνουν την καθαρότητα τους.
Ενδιαφέρουσα όμως είναι και η απόδοση του τίτλου, ειδικά μετά από τόσο καιρό, στις δύο πλατφόρμες της Nintendo. Στο Nintendo Switch έχει γίνει μια καλή δουλειά στο να τρέχει ικανοποιητικά ό τίτλος, αν και έχουν γίνει αρκετές θυσίες στην καθαρή εικόνα, στις λεπτομέρειες των Battle Stages και στα μοντέλα των πολεμιστών.

Η αποδοση στα συστηματα της Nintendo
Όταν συγκρίνουμε όμως τις δύο εκδόσεις (την μία σε ένα Nintendo Switch 2 και την άλλη σε Nintendo Switch Lite) θα διακρίνουμε μεγάλες διαφορές, τόσο οπτικές όσο και σε επίπεδο απόδοσης, κάτι αναμενόμενο δεδομένης της απαιτητικής φύσης του παιχνιδιού. Πρόκειται για έναν τίτλο με υψηλη δράση, πολλά particle effects, μεγάλα περιβάλλοντα και εντυπωσιακές επιθέσεις, στοιχεία που παραδοσιακά ζορίζουν το hardware της πρώτης κονσόλας.
Στο κομμάτι των γραφικών οι διαφορές είναι εμφανείς. Το Switch 2 αποδίδει σαφώς υψηλότερη ανάλυση με πολύ καθαρότερο τελικό αποτέλεσμα. Οι γραμμές των χαρακτήρων, οι υφές στις επιφάνειες, οι σκιές και τα περιβαλλοντικά στοιχεία εμφανίζονται πιο ευδιάκριτα και ολοκληρωμένα. Αντίθετα, στο Switch 1 η εικόνα είναι εμφανώς πιο «μαλακή», με “άγριες” άκρες” μειωμένη λεπτομέρεια και υποβαθμισμένα textures. Πολλές λεπτομέρειες στα περιβάλλοντα – όπως ρωγμές στο έδαφος, σημάδια από μάχες και περιφερειακά κτίρια – είναι απλοποιημένες ή θολές, σαν ένας λεκές στον καμβά.

Ένα σημαντικό σημείο αφορά την απεικόνιση φθοράς και καταστροφής. Στο Switch 2 υπάρχουν σαφείς καμένες επιφάνειες, κομμάτια εδάφους που αποκολλώνται και γενικά μια πιο δυναμική εικόνα περιβαλλοντικής ζημιάς. Αυτά στο Switch 1 είναι είτε περιορισμένα είτε χάνονται πολύ γρήγορα. Ο φωτισμός αποτελεί επίσης βασική διαφορά αφού στην νεότερη κονσόλα υπάρχει έντονο βάθος, σκιάσεις που δίνουν όγκο στους χαρακτήρες και πιο ζωντανά skyboxes. Η παλαιότερη έκδοση δείχνει πιο επίπεδη και ξεθωριασμένη.
Τα particle effects (εκρήξεις, ενέργεια, λάμψεις) είναι επίσης περιορισμένα στο Switch 1. Οι επιθέσεις δείχνουν λιγότερο δυναμικές, με πιο ελαφριά σύννεφα σκόνης και αισθητά μειωμένα sparks. Ακόμη και οι μικρές λεπτομέρειες, όπως η κίνηση ρούχων, νερού, καπνού ή γρασιδιού, έχουν υποβαθμιστεί στην έκδοση του Switch 1 ώστε να επιτευχθεί σταθερότερη λειτουργία.
Παρόλα αυτά, η έκδοση του Switch 1 δεν χαρακτηρίζεται ως κακή. Αντίθετα, λαμβάνοντας υπόψη το ηλικιακά ξεπερασμένο hardware, το αποτέλεσμα θεωρείται εντυπωσιακά λειτουργικό. Οι περικοπές στη λεπτομέρεια είναι στοχευμένες και δείχνουν ότι οι developers εργάστηκαν πάνω σε μια καθαρά προσαρμοσμένη έκδοση, αντί να αφήσουν το παιχνίδι να τρέχει ανεξέλεγκτα με σοβαρές επιπτώσεις στην απόδοση.

Σε επίπεδο performance, οι δύο εκδόσεις μοιράζονται έναν κοινό περιορισμό. Και οι δύο στοχεύουν και «κλειδώνουν» στα 30fps. Περίμενα πως στο Switch 2 το standard θα ήταν τα 60fps αλλά κάτι τέτοιο δεν γίνεται εδώ. Το Switch 2 όμως καταφέρνει να διατηρεί ένα σχεδόν απόλυτα σταθερό 30άρι, με ελάχιστες και σχεδόν ανεπαίσθητες βυθίσεις στα 29fps σε στιγμές πολύ έντονων εφέ. Αν έχετε παίξει όμως την έκδοση σε υπολογιστές ή PS5 θα καταλάβετε την διαφορά.
Το Switch 1, από την άλλη, καταφέρνει συχνά να βρίσκεται κοντά στον στόχο, όμως παρουσιάζει πιο αισθητές πτώσεις. Κατά την έντονη δράση, το frame rate μπορεί να πέσει αρκετά με τις διακυμάνσεις αυτές να γίνονται αντιληπτές. Παρά τις πτώσεις, η εμπειρία δεν γίνεται μη playable, αλλά η διαφορά σε σχέση με το Switch 2 είναι ξεκάθαρη.
Ορισμένα επιπλέον σημεία από την ανάλυση αφορούν στοιχεία έξω από το gameplay. Στα μενού και στο intro cutscene δεν υπάρχει αξιοσημείωτη βελτίωση στην εικόνα του Switch 2, κάτι που δείχνει πως η αναβάθμιση αφορά σχεδόν αποκλειστικά το gameplay. Οι χρόνοι φόρτωσης είναι γρήγοροι και στις δύο εκδόσεις, όμως στο Switch 2 είναι συνολικά μικρότεροι. Το UI ανταποκρίνεται επίσης καλύτερα στη νεότερη κονσόλα, με λιγότερες καθυστερήσεις στην πλοήγηση.
Τελειώνοντας, αυτό που αξίζει να αναφερθεί είναι πως το Online κομμάτι του τίτλου δεν υποστηρίζει Crossplay. Αυτό, όπως είναι φυσικό, έχει αποτέλεσμα να μην βρίσκονται Online Matches στις εκδόσεις των Switch ή Switch 2 μετατρέποντας έναν ανταγωνιστικό τίτλο σε μια έμμεση Single-player εμπειρία. Δυστυχώς, δεν κατάφερα να μπω σε κάποιον online αγώνα, όσο και αν περίμενα.

Συμπερασμα
Σε γενικές γραμμές, το DRAGON BALL: Sparking! ZERO είναι σίγουρα η πληρέστερη πρόταση της σειράς μέχρι σήμερα – πέρα από το Xenoverse 2. Με πάνω από 180 χαρακτήρες, εκτενή modes και ένα σύστημα μάχης που παραμένει απολαυστικό, προσφέρει μια εμπειρία που σέβεται πλήρως το παρελθόν της σειράς ενώ χτίζει πάνω σε αυτό.
H απόδοση στο Nintendo Switch είναι ικανοποιητική αν και οι θυσίες που γίνονται είναι αισθητές. Από την άλλη, στο Nintendo Switch 2 έχουμε την καλύτερη δυνατή εικόνα αν και η έλλειψη 60fps επιλογής μας αφήνει παραπονεμένους. Ακόμα και έτσι όμως, επιτυγχάνονται σταθερά 30fps καθόλη την διάρκεια, ακόμα και όταν το χάος επικρατεί ενώ οι θυσίες που γίνονται είναι μικρότερες απ’ότι φανταζόμαστε αλλά είναι αισθητές στις “βαριές” σκηνές. Θα δούμε αυξομειώσεις στα textures των χαρακτήρων αλλά δεν είναι αρκετές για να μην μας αρέσει το τελικό αποτέλεσμα. Βέβαια, δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο και για τα κεντρικά μενού ή τα cutscenes.
Ακόμα και με αυτές τις “περιέργειες”, είναι ένας τίτλος που μπορεί να μας απασχολήσει για δεκάδες ώρες, είτε στόχος είναι η άνοδος στα leaderboards είτε η εξερεύνηση των διαθέσιμων modes και η πειραματική πλευρά των Custom Episodes. Για όσους περιμένουν μια σύγχρονη εκδοχή των Budokai Tenkaichi, δύσκολα θα υπάρξει μια πιο ταιριαστή πρόταση – εκτός αν την…προσομοιώσουμε.

