Το Anima: Gate of Memories είναι μια σειρά που με έχει αφήσει με απορίες. Ερωτήματα. Μια γλυκόπικρη γεύση. Με ένα “όνειρο” που θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα αλλά έμεινε ανεκμετάλευτο. Θα μπορούσε να είναι ένας τίτλος που θα μας άφηνε όμορφες αναμνήσεις. Οι αναμνήσεις εξάλλου συνήθως είναι κάτι καλό. Όμως το Anima: Gate of Memories μας δείχνει τη σκοτεινή πλευρά τους, θυμίζοντάς μας ότι μερικά πράγματα ίσως θα έπρεπε να μείνουν θαμμένα στο παρελθόν. Ως τίτλος, πρόκειται για ένα action RPG με έντονα στοιχεία περιπέτειας και μια ιστορία που πρέπει να μιμηθεί τους μεγάλους του είδους κάτω από μια μελαγχολική, σχεδόν γοτθική ατμόσφαιρα.

Ο παίκτης αναλαμβάνει τον ρόλο της Bearer of Calamities, μιας γυναίκας που έχει χάσει την ταυτότητά της και αποστέλλεται για να βρει ένα αρχαίο βιβλίο, μια κατασκευή που απειλεί τα πάντα. Στο πλευρό της βρίσκεται ο Ergo, ένα παντοδύναμο ον που έχει τη μορφή ενός ιπτάμενου βιβλίου, με καυστικό χιούμορ και μεγαλύτερη δύναμη. Οι δύο πολεμιστές παγιδεύονται σε ένα αλλόκοτο μέγαρο, αρχίζοντας ένα ταξίδι μέσα σε αλλεπάλληλες ιστορίες, κάθε μία με τη δική της τραγωδία με σκοπό να φτάσουν στο τέλος και να αποτρέψουν επερχόμενες καταστροφές.

Eνα μεγαρο γεματο ιστοριες

Η βασική ιδέα του παιχνιδιού είναι σχετικά ευρυματική, αν και κάτι που έχουμε ξαναδεί. Κάθε δωμάτιο του μυστηριώδους αρχοντικού κρύβει και μια διαφορετική μνήμη, μια ιστορία στο παρελθόν. Από τον μαριονετίστα που τρελαίνεται από την εμμονή του, μέχρι ένα παιδί που ονειρεύεται να δραπετεύσει από τον περιορισμένο κόσμο του, κάθε κεφάλαιο χτίζει ένα μικρό δράμα που οδηγεί σε κάτι μεγαλύτερο. Κατά την διάρκεια των ιστοριών συλλέγουμε σελίδες από τα “βιβλία” αυτών των ιστοριών, λύνουμε γρίφους και στο τέλος ερχόμαστε αντιμέτωποι με αφεντικά.

Αυτή η δομή επιτρέπει στο παιχνίδι να αλλάζει συνεχώς ρυθμό και περιβάλλον. Από σκοτεινά εργαστήρια και θλιμμένα σοκάκια μέχρι καταπράσινα λιβάδια, το Anima αποφεύγει τη μονοτονία. Αυτή η ποικιλία και η αισθητική τους λειτουργεί άψογα, διατηρώντας το ενδιαφέρον αμείωτο.

Δραση με αρωμα Devil May Cry

Το Anima: Gate of Memories κινείται πιο κοντά στη λογική των action games όπως το Devil May Cry, παρά στα παραδοσιακά RPGs. Οι επιθέσεις μας είναι γενικά απλές, καρφωμένες σε τέσσερα κουμπιά με διαφορετικές μαγικές επιθέσεις, μπορούμε να δημιουργήσουμε συνδυασμούς (combos) και να εκτελέσουμε εναέριες επιθέσεις είτε από μακριά είτε από κοντά. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία είναι η δυνατότητα να αλλάζουμε ανάμεσα στη Bearer και την ανθρώπινη μορφή του Ergo κατά την διάρκεια της μάχης, αποκτώντας έτσι περισσότερες επιλογές και εξασφαλίζοντας λίγο παραπάνω την μακροζωία των χαρακτήρων αφού έχουν διαφορετικούς πόντους υγείας.

Το παιχνίδι προσφέρει και μια σχετική ελευθερία. Τα πρώτα τρία κεφάλαια είναι ανοιχτά, επιτρέποντάς μας να τα προσεγγίσουμε με τη σειρά που θέλουμε. Αν κολλήσουμε σε κάποιο boss, μπορούμε να επιστρέψουμε αλλού, να μαζέψουμε πόντους εμπειρίας και να αναβαθμίσουμε τους χαρακτήρες μας. Όσο προχωράμε, αντιμετωπίζουμε αφεντικά, αποκτούμε επίπεδα και ξεκλειδώνουμε ικανότητες, το gameplay ανοίγει περισσότερο και γίνεται ακόμα πιο θεαματικό, κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες.

Anima: Gate of Memories – The Nameless Chronicles

Το The Nameless Chronicles είναι το παράλληλο κεφάλαιο που αφηγείται τα γεγονότα του πρώτου παιχνιδιού μέσα από την οπτική του Ανώνυμου, ενός αθάνατου που έχει ζήσει αμέτρητες ζωές, ψάχνοντας το νόημα της αιώνιας ύπαρξης. Ο παίκτης μπαίνει στον ρόλο αυτού του ήρωα, ταξιδεύοντας σε κόσμους βγαλμένους από τον πρώτο τίτλο με σκοπό την αντιμετώπιση χαρακτήρων και απειλών που είδαμε “παλιότερα”. Το παιχνίδι είναι εξίσου ένα action RPG που συνδυάζει στοιχεία από Devil May Cry και NieR: Automata σε έναν βαθμό, με μια δόση από τη σκληρή λογική των Dark Souls. Από την πρώτη στιγμή, η ατμόσφαιρα ξεχωρίζει με σκοτεινά σκηνικά, γοτθική αισθητική και ένας τόνος “noir” που θυμίζει anime εποχής του PlayStation 2.

Σε αντίθεση με τον πρώτο τίτλο, οι πρώτες ώρες του The Nameless Chronicles είναι σκληρές. Ο χάρτης είναι χαοτικός, οι εχθροί ανελέητοι και ο πρωταγωνιστής, αν και πανίσχυρος, πέφτει συχνά θύμα της ίδιας του της αλαζονείας. Αυτό που γίνεται κατανοητό από την αρχή είναι πως η καμπύλη δυσκολίας θυμίζει Souls, με έμφαση στην εκμάθηση των μηχανισμών, την αποστήθιση των κινήσεων των εχθρών και την προσεκτική διαχείριση των πόρων αφού κάθε επίθεση καταναλώνει stamina.

Μνημες που θα θελαμε να ξεχασουμε

Η σειρά ξεκινά με υποσχέσεις. Ένα μυστηριώδες σύμπαν, ατμόσφαιρα που θυμίζει τις περιπέτειες της εποχής του PlayStation 2 και έναν αέρα σκοτεινής φαντασίας που θα μπορούσε να κρύβει κάτι σπουδαίο. Δυστυχώς, όσο περισσότερο ασχολούμαστε μαζί του, τόσο πιο γρήγορα καταλαβαίνουμε πως η νοσταλγία δεν αρκεί για να καλύψει τις αδυναμίες του. Η μάχη, που θα έπρεπε να είναι το κέντρο της εμπειρίας, πάσχει σε κάθε επίπεδο. Το σύστημα στόχευσης είναι ανακριβές, οι εχθροί σε χτυπούν συνεχώς με επιθέσεις που σε ρίχνουν κάτω και το αποτέλεσμα είναι ένας ρυθμός αποσπασματικός και κουραστικός.

Η εναλλαγή μεταξύ Bearer και Ergo υποτίθεται ότι δίνει βάθος, αλλά στην πράξη δεν αλλάζει σχεδόν τίποτα, οι δύο χαρακτήρες παίζουν με σχεδόν τον ίδιο τρόπο, με ελάχιστες διαφορές στην ταχύτητα και τις επιθέσεις και λειτουργούν περισσότερο ως μια έξτρα μπάρα υγείας παρά κάτι ουσιαστικό. Δεν υπάρχει η άποψη βάθους ή βάρους στην σύνδεση των επιθέσεών μας, αποδίδοντας μια χάρτινη αίσθηση. To γενικότερο combat είναι μονοδιάστατο, μιας και δεν απαιτεί στρατηγική ή προσαρμογή για να νικήσουμε. Aπλά βαράμε μέχρι ο εχθρός να πεθάνει.

Εκεί που το Anima πραγματικά δοκιμάζει την υπομονή μας όμως είναι στις μάχες με τα αφεντικά. Αν και εντυπωσιακές στην ιδέα τους, συχνά γίνονται υπερβολικά δύσκολες, με μια κάμερα που δεν βοηθάει και χτυπήματα που μοιάζουν πρόχειρα παρά προσεγμένα ή στοχευμένα ακόμα και όταν…στοχεύουμε τον εχθρό μας. Φτηνά χτυπήματα και μοτίβα που απαιτούν μνήμη και τέλεια ακρίβεια, χάσιμο της εστίασης και tricks προσδίδουν μια αδικία στο σύνολο και αρκετό εκνευρισμό. Οι υπερβολικές αυξήσεις δυσκολίας, σε συνδυασμό με ένα ακόμα πιο φτωχό ρεπερτόριο κινήσεων μιας και οι δύο χαρακτήρες έχουν ίδιο ή παρόμοιο σύνολο επιθέσεων, οδηγούν με ευκολία σε απογοητεύσεις.

Οι σχεδιαστικές επιλογές θυμίζουν πράγματι εποχή PS2. Μεγάλες, άδειες αρένες, εχθροί που κρύβονται εκτός πεδίου θέασης και μια κάμερα που δουλεύει περισσότερο εναντίον μας παρά υπέρ μας. Ακόμα και η φωνητική ερμηνεία συμβάλλει στη σύγχυση ο Ergo έχει κάποια ενέργεια, όμως η Bearer διαβάζει τους διαλόγους της χωρίς καμία ζωντάνια, σαν μαθητής που απλώς διαβάζει το κείμενό του στο μάθημα. Επιπλέον, οι δύο πρωταγωνιστές του πρώτου παιχνιδιού είναι δύσκολο να μας αρέσουν. Η δυναμική τους παραπέμπει σε Alucard και Ceras Victoria (από το Hellsing) ενώ υπάρχουν και πολλά άλλα στοιχεία που παραπέμπουν σε Final Fantasy, σε Nier: Automata και Devil May Cry αλλά ενώ αυτά τα παιχνίδια προσπαθούν να επηρεαστούν από τις φόρμουλές τους δεν τα καταφέρνουν στον βαθμό που θα περιμέναμε, έστω τώρα, μερικά χρόνια μετά την αρχική κυκλοφορία.

Ένα ακόμα στοιχείο είναι το UI που τόσο στον τομέα του gameplay UI (HP, Mana, Stamina) όσο και στα μενού, υπάρχει μια “ασχήμια” που δεν “κολλάει” με τις γραφικές αναβαθμίσεις/βελτιώσεις. Τα μενού παραμένουν χαοτικά, οι οδηγίες είναι λίγο σκόρπιες και το UI Design δεν ταιριάζει με την ομορφιά της βελτίωσης παραπέποντάς μας στο μακρινό παρελθόν. Το γενικότερο design από την άλλη, παραπέμπει στα ένδοξα χρόνια του PS1 και PS2 αλλά με συστήματα που είναι ξεπερασμένα και ενώ στοχεύουν στο να μας ωθήσουν στην ανακάλυψη, προκαλούν εκνευρισμό παρά οτιδήποτε άλλο. Μικρό εύρος προσοχής; Ίσως.

Όλα αυτά θα μπορούσαν να συγχωρεθούν αν το παιχνίδι κατόρθωνε να κρατήσει το ενδιαφέρον του παίκτη με το σύμπαν του. Όμως ούτε η αφήγηση, ούτε η σύνδεση με το επιτραπέζιο Anima καταφέρνουν να δώσουν την πολυπόθητη ταυτότητα. Το αποτέλεσμα είναι ένα παιχνίδι που μοιάζει περισσότερο με άσκηση καλής θέλησης παρά με ολοκληρωμένη εμπειρία.

Αλλά ακόμα και με όλα αυτά, δεν μπορούμε να αρνηθούμε πως η γραφική βελτίωση είναι αξιοσημείωτη. Περιοχές που στα παλιότερα παιχνίδια ήταν άδειες, με αδιάφορη ατμόσφαιρα και γεωγραφική απεικόνιση πλέον έχουν καλύτερα στοιχεία όπως πλούσια βλάστηση, αντικείμενα να γεμίζουν τους χώρους και πιο ιδιαίτερη ταυτότητα. Ωστόσο, τα ψεγάδια του παρελθόντος εξακολουθούν να υπάρχουν αν τα παρατηρήσουμε λίγο παραπάνω. Επιπλέον, η cel-shaded αναβάθμιση των μοντέλων είναι ευπρόσδεκτη αλλά δεν ταιριάζει, με την σειρά της, στην γενικότερη αισθητική του κόσμου, των εφέ και των εχθρών μας.

Ευτυχώς, οι γραφικές βελτιώσεις δεν είναι αρκετές για να επιβαρύνουν την απόδοση. Σε ένα σύστημα με NVIDIA RTX 4070, AMD Ryzen 5800X3D και 64GB RAM δεν είχαμε κανένα απολύτως πρόβλημα σε καρέ ή κολλήματα. Αντιθέτως, φτάναμε αισίως τα 300+ fps ενώ ο χειρισμός ήταν γενικά ικανοποιητικός και ιδανικότερος με χειριστήριο. Ομοίως, στο Steam Deck η απόδοση ήταν αρκετά ικανοποιητική, δεδομένου ότι μιλάμε για ένα “φτιαγμένο” παιχνίδι του παρελθόντος.

Συμπερασμα

Σε γενικές γραμμές, τα Anima: Gate of Memories και The Nameless Chronicles αποτελούν δύο τίτλους που, παρά τις αξιόλογες ιδέες και τη σκοτεινή, γοτθική τους ατμόσφαιρα, δεν καταφέρνουν να αξιοποιήσουν πλήρως τις εμπνεύσεις τους. Η σειρά έχει ψυχή, διαθέτει έναν ιδιαίτερο λυρισμό και μια φιλοσοφική διάθεση, όμως σκοντάφτει σε παρωχημένα συστήματα, προβληματική κάμερα, ασυντόνιστη αφήγηση και ελλειπή τεχνική επιμέλεια. Οι μάχες, αν και θεαματικές στην ιδέα τους, χάνουν τη γοητεία τους από την κακή ισορροπία και την απουσία βάθους, ενώ η φωνητική ερμηνεία και το κακό UI χαλούν κατά πολύ τη συνολική εμπειρία.

Ευχαριστούμε την εκδότρια εταιρεία για την παραχώρηση του Review Code.


Anima Gate of Memories: I&II Remaster

6 Eh...

Το Anima Gate of Memories: I&II Remaster παραμένει μια σειρά με δείγματα μαγείας, που όμως δεν κατορθώνει να ξεπεράσει τη μετριότητα, αφήνοντάς μας με μια αίσθηση χαμένης ευκαιρίας και ενός κόσμου που θα μπορούσε να γίνει κάτι πολύ περισσότερο.