To Vampire Survivors είναι ένα από τα αγαπημένα μου βιντεοπαιχνίδια, τουλάχιστον από την τωρινή εποχή. Η ομάδα ανάπτυξης εργαζόταν παλιότερα σε casino games και αυτό είναι κάτι που φαίνεται τόσο από τα εφέ, τον ήχο που συνοδεύει σχεδόν κάθε πράξη μας αλλά και τον τρόπο με τον οποίο εκτυλλίσσεται το gameplay. Ξεκινάμε από το μηδέν, ενάντια σε ορδές τεράτων και εχθρών και καλούμαστε να ανεβούμε επίπεδα δύναμης και να ξεκλειδώσουμε ικανότητες και όπλα που θα μας βοηθήσουν να επιβιώσουμε ενάντια στην κλιμακώμενη δυσκολία του παιχνιδιού.
Η επιτυχία της φόρμουλας του Vampire Survivors οδήγησε σε έναν ολοένα αυξανόμενο αριθμό αντίστοιχων παιχνιδιών με κάποια από αυτά να προσθέτουν όλο και κάτι νέο ενώ άλλα στο μόνο που ξεχώριζαν ήταν η οπτική τους ταυτότητα. Όπως έγινε και με το Binding of Isaac που οδήγησε στο να δούμε παιχνίδια όπως το Hades, παιχνίδια δηλαδή με δική τους αυτοτελή, εξελλισόμενη ιστορία, έτσι και η Rogueside, η ομάδα που μας χάρισε το Warhammer 40,000: Shootas, Blood & Teef, προσπαθεί να κάνει κάτι διαφορετικό με το νέο Devil Jam, ένα roguelike survivor παιχνίδι με επίκεντρο την κόλαση και την metal μουσική.

Oταν η metal συναντα (ξανα) την Κολαση
Η ιστορία του Devil Jam είναι σχετικά απλή και κάτι που σίγουρα έχουμε ξαναδεί. Οι ήρωές μας, κυνηγώντας τη δόξα, υπογράφουν ένα καταραμένο συμβόλαιο με τον ίδιο τον Διάβολο. Η τιμωρία τους με αυτή την συμφωνία είναι η συμμετοχή τους σε μια αιώνια συναυλία στα βάθη της Κόλασης, με δαίμονες και εμπόδια να βρίσκονται παντού γύρω. Αυτή η υπόθεση αποτυπώνεται σε κάθε προσπάθειά μας αφού σε κάθε run συμμετέχουμε σε μια παράσταση γεμάτη χάος, μουσική και δαίμονες. Παλεύουμε να επιβιώσουμε ενάντια και σε κύματα παρανοϊκών θαυμαστών, δαιμονικών αντιπάλων και θρυλικών bosses, με τελικό στόχο να αντιμετωπίσουμε τον ίδιο τον Θάνατο.
Η αφήγηση δεν αποτελεί τον κεντρικό άξονα του παιχνιδιού, αλλά λειτουργεί ως ένα στιλιστικό πλαίσιο που ενισχύει το θεματικό του στήσιμο αλλά και ως μια αφορμή για να παίξουμε. Θυμίζει περισσότερο κάτι που πρέπει να υπάρχει και όχι κάτι σημαντικό για την ιστορία, όπως έχουμε δει και σε άλλα παιχνίδια του είδους.

Μουσικη, ρυθμος & επιβιωση
Όπως αναφέραμε, το Devil Jam είναι ένα survivor-like roguelite που δίνει έμφαση στο ρυθμό της μουσικής και διαφοροποιεί το gameplay του με έναν βασικό μηχανισμό. Οι επιθέσεις μας εκτελούνται αυτόματα πάνω στο beat, δίνοντας στις μάχες μια έντονη, μουσικο-ρυθμική ροή. Τα beats αυτά επηρεάζουν την απόδοσή μας αφού όταν οι ικανότητές μας συγχρονίζονται σωστά με τον ρυθμό, τα όπλα μας αποκτούν περισσότερη ισχύ και τα combos εκτελούνται με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Δεν χρειάζεται να πατήσουμε κάποιο πλήκτρο πέρα από την κίνηση και το dodge μιας και το παιχνίδι διατηρεί την λογική του auto-hit/auto-aim.
To σύστημα μάχης βασίζεται σε ένα 12-slot inventory system, που διαφέρει από την απλή συλλογή αντικειμένων των περισσότερων roguelites του είδους. Εδώ, καθορίζουμε εμείς την θέση κάθε ικανότητες που θα πάρουμε βάζοντάς τες πάνω στη «σανίδα» του εξοπλισμού μας. Έτσι, κάθε ικανότητα ενεργοποιείται όταν το Wave Beat φτάσει σε αυτή την στήλη. Με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να κάνουμε τα αντικείμενα να δημιουργούν συνέργειες ανάλογα με το πού τοποθετούνται, επιτρέποντας απροσδόκητα μεγάλη ποικιλία στο χτίσιμο του εκάστοτε χαρακτήρα. Αν και εδώ, η σωστή διάταξη μπορεί να κάνει τη διαφορά ανάμεσα σε ένα run που τελειώνει γρήγορα και σε ένα που μας μετατρέπει σε καταστροφικό δαίμονα, χρειάζεται πολύς πειραματισμός για να βρούμε την θέση και τις ικανότητες που κάνουν το “κλικ” μεταξύ τους.

Τα runs είναι σχετικά γρήγορα, με τις μάχες να είναι έντονες και απαιτητικές. Δεκάδες εχθροί έρχονται συνεχώς κατά πάνω μας με projectiles να πετούν από παντού και εμάς να προσπαθούμε να αποφύγουμε τα πάντα. Η μουσική, όμως, λειτουργεί ως οδηγός. Ο ρυθμός του κάθε κομματιού καθορίζει την ένταση των επιθέσεων και τη συχνότητα των combos αλλά σε αρκετά σημεία δεν είναι αρκετά για να βοηθήσουν στην παράλογη δυσκολία που υπάρχει.
Η καμπύλη δυσκολίας είναι κάπως απότομη με τις πρώτες μάχες να λειτουργούν εισαγωγικά, ενώ όσο προχωράμε γίνεται απαραίτητη η εύρεση του καλύτερου build για να επιβιώσουμε – κάτι που από μόνο του δεν είναι τόσο εύκολο όσο μπορεί να ακούγεται. Η παρουσία ισχυρών bosses, με αποκορύφωμα τον Θάνατο, κάνει την προσπάθεια επιβίωσης έναν άθλο αφού η ζωή τους είναι μεγάλη και η ζημιά που προκαλούμε μικρή, τουλάχιστον στις πρώτες ώρες. Ευτυχώς, κάθε boss έχει το δικό του μουσικό θέμα, κάτι που ενισχύει την ταυτότητα του παιχνιδιού και μετατρέπει τις αναμετρήσεις σε δυνατές συναυλίες.
Η δυσκολία γίνεται κάπως πιο “μαλακή” όσο περισσότερα runs κάνουμε. Αφού πεθάνουμε (αναπόφευκτα) επιστρέφουμε στα backstage, εκεί που μπορούμε να αγοράσουμε νέα χαρακτηριστικά για τον χαρακτήρα μας. Συγκεκριμένα, ο Διάβολος έχει ένα βιβλίο δοκιμασιών με αποστολές όπως να σκοτώσουμε Χ αριθμό εχθρών ή να ολοκληρώσουμε runs με συγκεκριμένους χαρακτήρες ή συνθήκες και ολοκληρώνοντάς τα λαμβάνουμε χρήματα ή πόρους. Τα έπαθλα αυτά τα χρησιμοποιούμε για να αγοράσουμε νέες ικανότητες, νέα σημεία ενδιαφέροντος στον χάρτη, νέες αμαρτίες και ικανότητες που ανεβάζουν μόνιμα τα στατιστικά μας. Οι πόροι αυτοί αποκτώνται και στον χάρτη σκοτώνοντας δαίμονες ή συγκεκριμένα αφεντικά – ή μπορούν να αγοραστούν κατευθείαν από το αντίστοιχο shop.

Μεταλ-λικη θεματολογια
Δεν υπάρχει ιδιαίτερος χειρισμός σε όλη αυτή την εμπειρία αφού κινούμαστε με τα WASD και αποφεύγουμε επιθέσεις και εχθρούς. Για να τους αποφύγουμε έχουμε ένα αποκλειστικό Dodge το οποίο αναπληρώνεται σχετικά γρήγορα και είναι απαραίτητο για να αποφύγουμε επιθέσεις και τις ανερχόμενες ορδές. Ευτυχώς το παιχνίδι μας δίνει την επιλογή ανάμεσα σε Auto-Aim και Manual Aim με το πάτημα ενός κουμπιού ακόμα και κατά την διάρκεια του Run (του Q).
O κάθε χάρτης που θα επισκεφθούμε έχει σχεδιαστεί με το χέρι κάτι που φαίνεται από τις έντονες γραμμές, τις σκιές και τα χρώματα που θυμίζουν αφίσες metal συναυλιών της δεκαετίας του ’80 ή κάποιο comic. Οι εχθροί, από την άλλη, είναι εμπνευσμένοι από την metal μουσική σε συνδυασμό με δαίμονες. Οι νυχτερίδες, για παράδειγμα, απεικονίζονται ως ιπτάμενα ηχεία, τα blobs είναι ζελεδάκια με τον πυρήνα τους να είναι εξίσου ένα Subwoofer και άλλοι εχθροί είναι είτε κιθάρες, είτε δαίμονες-drums, είτε “Kiss” groupies.
Τα σχέδια αυτά συνοδεύονται από ζωηρά animations, με τα όπλα-όργανα και τον κόσμο να πάλλονται στον ρυθμό. Οι επιθέσεις συνοδεύονται από οπτικά εφέ που θυμίζουν συναυλιακό φως και καπνό και η γενική ταυτότητα είναι αρκετά όμορφη αν και κάτι που σίγουρα έχουμε ξαναδει. Δυστυχώς όμως, δεν καταφέρνει να προκαλέσει αυτόν τον ενθουσιασμό που καταφέρνουν παιχνίδια σαν το Vampire Survivors. Τα εφέ και τα χρώματα που “σκάνε” όταν βρίσκουμε νέες ικανότητες ή κιβώτια είναι από υποτονικά έως και απογοητευτικά καθώς παραδείγματα όπως η σπανιότητα των σεντουκιών δεν αποτυπώνεται κάπου.

Η καρδια του Devil Jam
Όπως είναι φυσικό, το soundtrack είναι ο “κεντρικός” πρωταγωνιστής. Τα μουσικά κομμάτια καλύπτουν όλο το φάσμα της metal, από thrash και doom μέχρι industrial και groove και κάθε κομμάτι προσαρμόζεται δυναμικά ανάλογα με τη δράση. Όσο πιο έντονη γίνεται η μάχη, τόσο πιο γρήγορος και επιθετικός γίνεται ο ρυθμός ενώ όσο προχωράει η ώρα και αντιμετωπίζουμε εχθρούς τα κομμάτια αλλάζουν και από instrumental αλλάζουν σε κανονικά κομμάτια με πλήρη lyrics.
Στην ανάδειξη των τραγουδιών βοηθάει και ο προαναφερθέν συγχρονισμός ήχου και gameplay. Το κάθε riff, κάθε χτύπημα στα drums, κάθε αλλαγή ρυθμού συνδέεται με τα χτυπήματα και τις εκρήξεις στην οθόνη. Η εμπειρία, ειδικά με ακουστικά, συνιστάται ανεπιφύλακτα, ειδικά για τους fans της μουσικής αυτής.

Αποδοση & τεχνικη υλοποιηση
Το Devil Jam είναι ένα ελαφρύ παιχνίδι, ακόμα και όταν τα πάντα στην οθόνη γεμίζουν με εχθρούς. Εκεί που το Vampire Survivors χάνει κάπου το νόημά του με την καταιγίδα των αριθμών και των pixels, εδώ τα σχέδια και η χρωματική παλέτα, το βοηθούν να αποδίδει καλά στα συστήματά μας. Οι χρόνοι φόρτωσης είναι σχεδόν μηδενικοί, οι κινήσεις ομαλές και το frame rate σταθερό σε πάνω από 300fps. Οι απαιτήσεις του είναι χαμηλές, καθιστώντας το ιδανικό για PC μεσαίας κατηγορίας ή φορητές πλατφόρμες όπως το Steam Deck.
Δεν εντοπίστηκαν αξιοσημείωτα τεχνικά προβλήματα ή σφάλματα, αλλά ήρθα σε επαφή με μερικά bugs που μου δημιούργησαν απορίες. Για παράδειγμα, όταν άλλαζα σελίδες στο βιβλίο των quests, η τελευταία καρτέλα προκάλεσε το παιχνίδι να παγώσει με αποτέλεσμα να πρέπει να το κλείσω για να δουλέψει.

Συμπερασμα
Σε γενικές γραμμές, το Devil Jam είναι “ένα ακόμα survivor roguelike”. Είναι σίγουρα δημιουργικό, με τον τρόπο του, αλλά δεν ξεχωρίζει και ιδιαίτερα πέρα από την θεματολογία του. Ο συνδυασμός μουσικής και μάχης, το δυναμικό inventory system και το εξαιρετικό εικαστικό ύφος το καθιστούν όμως αξιοπρόσεκτο. Είναι ένας τίτλος που είναι ιδανικός για σύντομα play sessions αλλά δεν είναι αρκετός να μας συνεπάρει με τις ώρες ιδιαίτερα λόγω της δυσκολίας του και άλλων μικρότερων λεπτομερειών.

