Υπάρχει κάτι σχεδόν έμφυτο στην ανθρώπινη περιέργεια… στη στιγμή που βρίσκουμε κάτι που δεν προορίζεται για εμάς. Δύσκολα αντιστεκόμαστε στον πειρασμό να ρίξουμε μια ματιά ή να κάνουμε λίγο “gossip”. Το This Bed We Made παίρνει ακριβώς αυτή την αδυναμία και τη μετατρέπει στον πυρήνα ενός detective thriller, βάζοντάς μας στη θέση της Sophie, μιας “chambermaid” (καμαριέρας) στο πολυτελές Clarington Hotel του Montréal των 1950s.
Εμείς έχουμε τον έλεγχο, εμείς ανοίγουμε τα συρτάρια και εμείς αποφασίζουμε πόσο μακριά θα το πάμε. Υπάρχει, λοιπόν, μια ενδιαφέρουσα αμηχανία σε αυτή την εμπειρία, επειδή το παιχνίδι μας κάνει συνένοχους σε κάτι που ξέρουμε ότι δεν πρέπει να κάνουμε.
Το πραγματικό μυστήριο ξεκινά όταν η Sophie μπαίνει στο “Room 505” και ανακαλύπτει κάτι που μετατρέπει το δικό της “snooping” σε προσωπική υπόθεση. Φωτογραφίες της ίδιας, σημειώσεις, έναν αυτοσχέδιο χάρτη και ένα αυτοσχέδιο darkroom. Ξαφνικά, δεν είμαστε πλέον εκείνοι που ψάχνουν τους άλλους. Κάποιος φαίνεται να έχει αρχίσει να ψάχνει εμάς.

Η Sophie δεν είναι detective με την κλασική έννοια. Είναι μια εργαζόμενη που κάνει τη δουλειά της και, παράλληλα, έχει τη συνήθεια να ψάχνει τα πράγματα των ανθρώπων για τους οποίους καθαρίζει. Αυτό κάνει την investigative πλευρά του This Bed We Made πολύ πιο φυσική, επειδή κάθε νέο στοιχείο μπορεί να εμφανιστεί μέσα από κάτι τόσο απλό όσο ένα γράμμα, ένα προσωπικό αντικείμενο ή ένα συρτάρι.
Ταυτόχρονα, το παιχνίδι δεν ξεχνά ότι η Sophie παραμένει μια καμαριέρα. Καθαρίζουμε μπάνια, στρώνουμε κρεβάτια, μαζεύουμε σκουπίδια, απομακρύνουμε ποτήρια και ασχολούμαστε ακόμη και με “graffiti” ή σημειώματα στους χώρους του προσωπικού. Εγώ, επίλεξα να αντιμετωπίσω αυτές τις υποχρεώσεις σαν πραγματικό κομμάτι της δουλειάς, αντί να τις προσπερνάω μηχανικά, και αυτή η προσέγγιση έκανε το ξενοδοχείο να μοιάζει περισσότερο με πραγματικό εργασιακό περιβάλλον.
Εδώ μπαίνει και το πρώτο ουσιαστικό layer επιλογών. Μπορούμε να κρατήσουμε ένα στοιχείο, να το πετάξουμε ή να το αφήσουμε στη θέση του. Αυτό σημαίνει, παράλληλα, πως παρεμβαίνουμε και στις ζωές ανθρώπων που δεν γνωρίζουμε πραγματικά.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτές οι παρεμβάσεις έχουν συνέπειες, ακόμη και για την εργασιακή κατάσταση άλλων υπαλλήλων του ξενοδοχείου. Αυτό είναι ένα από τα σημεία όπου το παιχνίδι καταφέρνει να κάνει το “snooping” κάτι περισσότερο από μηχανισμό συλλογής στοιχείων. Μας αναγκάζει να σκεφτούμε αν το δικαίωμα να γνωρίζουμε κάτι σημαίνει και ότι έχουμε το δικαίωμα να το χρησιμοποιήσουμε.
Το πρόβλημα είναι πως το σύστημα δεν είναι πάντα το ίδιο συνεπές. Υπάρχουν μικρότερες πράξεις στις οποίες περίμενα κάποια αντίδραση και τελικά δεν συνέβη τίποτα εμφανές. Έτσι, ενώ το παιχνίδι θέλει να πείσει ότι κάθε απόφαση μπορεί να έχει βάρος, κάποιες επιλογές μοιάζουν περισσότερο με ατμοσφαιρικές λεπτομέρειες παρά με πραγματικά παρακλάδια του σεναρίου.
Παρόλα αυτά, η βασική ιδέα λειτουργεί. Το This Bed We Made μας βάζει συνεχώς στη δυσάρεστη θέση να αναρωτιόμαστε αν πρέπει να ανοίξουμε το επόμενο συρτάρι, να διαβάσουμε το επόμενο γράμμα ή να αφήσουμε κάτι ακριβώς εκεί που το βρήκαμε. Θεωρώ πως το γεγονός ότι καταφέρνει να σε κάνει να αισθάνεσαι ένοχος επειδή πάτησες ένα κουμπί, σημαίνει πως έχει βρει έναν πολύ αποτελεσματικό τρόπο να σε κρατήσει μέσα στην ιστορία.

Το ψαχούλεμα είναι ο τρόπος με τον οποίο ανοίγουμε την πόρτα του μυστηρίου. Τα puzzles είναι αυτά που μας βοηθούν να περάσουμε μέσα του. Οι γρίφοι προκύπτουν από τα ίδια τα αντικείμενα που βρίσκουμε. Safes, βαλίτσες, κουτιά και κρυπτογραφημένα σημειώματα αποτελούν φυσική συνέχεια της έρευνας.
Μου άρεσε ιδιαίτερα το γεγονός ότι η λύση συνήθως απαιτεί να παρατηρείς τον χώρο και να συνδέεις πληροφορίες που έχεις ήδη βρει. Ένα γράμμα μπορεί να κρύβει ένα στοιχείο. Ένας αριθμός αποκτά νόημα αρκετά αργότερα και ένα cipher μπορεί να σε αναγκάσει να επιστρέψεις σε κάτι που αρχικά ήταν ασήμαντο. Οι περισσότεροι γρίφοι δεν είναι πραγματικά δύσκολοι, όμως ζητούν να είμαστε προσεκτικοί.
Ορισμένες φορές, η Sophie μπορεί να βοηθήσει με το “inner monologue” της – κουμπάκι που δίνει hint. Το σύστημα αυτό είναι καλή λύση για ένα narrative adventure που δεν θέλει να μετατρέψει την πρόοδο σε δοκιμασία υπομονής ή να σπάσει το “immersion”. Το καλό είναι πως τα hints δεν είναι “αποκαλυπτικά” σε βαθμό που να δίνει τις λύσεις στο πιάτο.
Το investigation design, σε γενικά πλαίσια δείχνει τα όρια του, σε κάποια σημεία. Ως παιχνίδι θέλει να νιώθουμε έξυπνοι επειδή καταλάβαμε κάτι, αλλά ταυτόχρονα χρειάζεται να ακολουθήσουμε τη δική του λογική στο progression. Δηλαδή, σε κάποια ελάχιστα σημεία, ακόμα και αν καταλαβαίνεις πως να λύσεις έναν γρίφο θα πρέπει πρώτα να ακολουθήσεις μια σειρά από “βήματα”.



Το Clarington Hotel είναι ίσως το σημαντικότερο “asset” του This Bed We Made, μετά το ίδιο το μυστήριο που το περιβάλλει. Έχουμε έναν περιορισμένο χώρο, στον οποίο όμως σχεδόν κάθε διαθέσιμο δωμάτιο λειτουργεί σαν μικρό παράθυρο στη ζωή κάποιου άλλου.
Τα δωμάτια, η συμπεριφορά των χαρακτήρων, τα γράμματα, τα flyers και οι πληροφορίες που βρίσκουμε γύρω μας δημιουργούν μια κοινωνία με πολύ συγκεκριμένους κανόνες για το τι θεωρείται “φυσιολογικό”, κατά τις αρχές της εποχής (1950s). Οι αναφορές στη θέση των γυναικών, στα LGBT δικαιώματα και στην αντιμετώπιση των ψυχικών διαταραχών προσθέτουν ένα δεύτερο layer, χωρίς να λειτουργούν αποκλειστικά ως διακοσμητικό background ή στα πλαίσια της συμπερίληψης.
Εκεί ξεχωρίζουν και οι χαρακτήρες που βρίσκονται δίπλα στη Sophie. Από νωρίς μπορούμε να επιλέξουμε ανάμεσα στους Beth και Andrew ως “partner” στην έρευνα, και η επιλογή δεν περιορίζεται σε ένα διαφορετικό μοντέλο χαρακτήρα ή σε μερικές εναλλακτικές ατάκες. Και οι δύο έχουν δική τους προσωπικότητα, βλέπουν τους ανθρώπους με διαφορετικό τρόπο και έχουν διαφορετική σχέση με τη Sophie.
Ο Andrew είναι περισσότερο εσωστρεφής και απολαμβάνει την ηρεμία και τα βιβλία, ενώ η Beth είναι πιο κοινωνική και άνετη με την ανθρώπινη επαφή. Η δυνατότητα για romance ενισχύει αυτή τη σχέση, επειδή οι χαρακτήρες δεν υπάρχουν μόνο για να μας δίνουν στοιχεία για το επόμενο βήμα. Γίνονται μέρος της προσωπικής ιστορίας της Sophie και του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη ζωή γύρω της.
Το voice acting έρχεται να δώσει το απαραίτητο βάρος σε όλη αυτή τη δουλειά. Οι ερμηνείες είναι από τα πιο δυνατά στοιχεία της παραγωγής, με τη Sophie και τη Beth να ξεχωρίζουν ιδιαίτερα, ενώ οι διάλογοι βοηθούν σημαντικά ώστε οι χαρακτήρες να μη μοιάζουν με απλά εργαλεία.
Η μουσική λειτουργεί περισσότερο “υποστηρικτικά”. Δεν μου έμεινε κάποιο μουσικό θέμα, όμως οι ambient ήχοι, οι πόρτες, τα κλειδιά και ο χαρακτηριστικός ήχος του ασανσέρ δημιουργούν σταθερά μια αίσθηση αναμονής. Σε ένα παιχνίδι όπου συχνά περιμένουμε να δούμε τι κρύβεται πίσω από την επόμενη πόρτα, αυτή η ηχητική προσέγγιση κάνει ακριβώς τη δουλειά που πρέπει.


Το This Bed We Made είναι μια μικρή, αυστηρά ελεγχόμενη παραγωγή. Το πρώτο playthrough ολοκληρώνεται περίπου σε πέντε ώρες (κάτι λιγότερο), ενώ η εξερεύνηση περιορίζεται στα σημεία του Clarington που σχετίζονται άμεσα με την υπόθεση. Δεν μπορείς να ανοίξεις κάθε πόρτα του ξενοδοχείου, όμως μέσα στα δωμάτια που επιτρέπεται να επισκεφθείς έχεις αρκετή ελευθερία για να ψάξεις συρτάρια και κάθε διαθέσιμο αντικείμενο.
Το περιορισμένο scope του έχει και ένα δεύτερο πρόσωπο. Από τη μία, βοηθά το pacing να παραμένει συγκεντρωμένο και δεν αφήνει το μυστήριο να χαθεί σε άσχετες δραστηριότητες. Από την άλλη, υπάρχουν αρκετά σημεία όπου απλώς μετακινούμαστε από δωμάτιο σε δωμάτιο ψάχνοντας το αντικείμενο που χρειαζόμαστε, κάτι που κάνει ορισμένα “stretches” να μοιάζουν περισσότερο με item hunt παρά με ουσιαστική έρευνα.
Τα 3D models κάνουν καλή δουλειά στην απόδοση του ξενοδοχείου και της εποχής, όμως τα animations προδίδουν το indie budget, ειδικά στα facial expressions και στις κινήσεις των χαρακτήρων. Υπάρχουν στιγμές όπου το συναίσθημα που υποτίθεται ότι βλέπουμε στο πρόσωπο ενός χαρακτήρα δεν αποδίδεται με την ίδια ακρίβεια από το animation. Δεν φτάνει όμως σε βαθμό που να επηρεάζει αρνητικά. Οι περισσότεροι ίσως να μην δώσουν καν σημασία – ειδικά όσοι είναι εξοικειωμένοι με τα adventures παλιάς κοπής.
Το μικρό runtime, πάντως, αποκτά διαφορετική αξία όταν φτάσουμε στους τίτλους τέλους. Όπως προανέφερα, οι αποφάσεις μας επηρεάζουν τις εξελίξεις και υπάρχουν διαφορετικά endings, ενώ ορισμένες πληροφορίες είναι εύκολο να χαθούν αν δεν ακολουθήσουμε κάθε πιθανό lead. Το αποτέλεσμα είναι ένα παιχνίδι που τελειώνει γρήγορα μεν, αλλά μας δίνει αρκετούς λόγους να ξανά παίξουμε.

Το This Bed We Made λειτουργεί καλύτερα όταν το αντιμετωπίζουμε ως ένα συμπυκνωμένο narrative mystery και όχι ως ένα μεγάλο adventure. Δεν έχει το production value ενός μεγαλύτερου studio. Η δύναμή του βρίσκεται στην υπόθεση, στους χαρακτήρες, στο setting και στον τρόπο με τον οποίο μας βάζει να αναρωτιόμαστε τι θα αλλάξει από την επόμενη απόφαση που θα πάρουμε.
Θα ήθελα, πραγματικά, περισσότερη διάρκεια. Παρ’ όλα αυτά, οι ώρες του πρώτου run περνούν πολύ ευχάριστα. Για όσους προτιμούν narrative-driven adventures όπου η ιστορία βρίσκεται μπροστά από τη δράση, το This Bed We Made είναι μια πολύ καλή περίπτωση.
This Bed We Made
Το This Bed We Made είναι ένα detective thriller που επενδύει περισσότερο στην ιστορία, τους χαρακτήρες και τις επιλογές παρά στο περίπλοκο gameplay. Το μικρό του scope και οι τεχνικές ατέλειες φαίνονται, όμως το μυστήριο, το setting της περιόδου και τα multiple endings καταφέρνουν να κρατήσουν το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος.
