Το “Tainted Grail: The Fall of Avalon” είναι μια παράξενη περίπτωση, στον κόσμο των RPG. Είναι βασισμένο στο επιτραπέζιο της Awaken Realms και ανεπτυγμένο από το μικρό αλλά φιλόδοξο studio Questline. Αντί για δόξα και τιμή, ο κόσμος του Tainted Grail ξεχειλίζει από αποσύνθεση, απόγνωση και αιματηρές θυσίες. Έχουμε μπροστά μας ένα Arthurian έπος χωρίς ούτε ίχνος ρομαντισμού.

Ο κόσμος, όμως, δεν είναι αυτός που κάποτε άνθισε υπό την καθοδήγηση του Βασιλιά Αρθούρου. Είναι ένας τόπος καταραμένος, πνιγμένος με ομίχλη, σε απόγνωση και κυρίως στην αρρώστια γνωστή ως Red Death. Το Avalon αποτελεί έναν ζωντανό τάφο.

Ο μυθος

Αν υπάρχει κάτι στο οποίο το Fall of Avalon διαπρέπει με συνέπεια, είναι η αφήγησή του και ο τρόπος που αυτή μας ανοίγεται. Δεν είμαστε κάποιος εκλεκτός. Δεν υπάρχει ξίφος (Excalibur) στο βράχο, δεν υπάρχει φωνή που να μας καλεί, ούτε κάποια προφητεία που εκπληρώνουμε.

Ξεκινάμε ως ένας φυλακισμένος, όπως σχεδόν κάθε Elder Scrolls χαρακτήρας, αλλά όχι σε μια απλή φυλακή. Βρισκόμαστε σε ένα άσυλο όπου πραγματοποιούνται πειράματα και βασανιστήρια, όλα στο όνομα μιας παραμορφωμένης ερμηνείας της αρθουριανής δόξας.

Η απελευθέρωση από την πρώτη φυλακή είναι η πρώτη ρωγμή στον τοίχο ενός κατεστραμμένου κόσμου. Από τις πρώτες στιγμές, το παιχνίδι μας εισάγει σχεδόν αμέσως στο “Wyrd”, μια ζωντανή, μεταφυσική ομίχλη που μεταλλάσσει, παραπλανεί και αφανίζει. Μια μορφή μαγείας-αρρώστιας, που διαστρεβλώνει όχι μόνο το σώμα αλλά και την ίδια την πραγματικότητα. Και τότε, έρχεται μια άλλη αποκάλυψη. Η ψυχή του ίδιου του Βασιλιά Αρθούρου ενώνεται με τον χαρακτήρα μας, όχι όμως ως οδηγός. Το βασικό ζητούμενο της ιστορίας είναι η ανάκτηση τμημάτων της ψυχής του Αρθούρου, ώστε να “αναστηθεί”.

Το Tainted Grail χτίζει την αφήγησή του περνώντας μας από εφιαλτικά τοπία, με σημειώματα γραμμένα με αίμα, ακούγοντας παρανοϊκές επικλήσεις και όχι μέσα από κινηματογραφικές σκηνές. Ουσιαστικά, η μυθολογία του παιχνιδιού εξελίσσεται οργανικά, μέσα από την σύγκρουση ιδεών και όχι μέσα από μονολόγους.

Ενα “κατεστραμμενο” συμπαν

Η καρδιά του παιχνιδιού, είναι η αισθητική του. Ο κόσμος του είναι τόσο εφιαλτικός όσο και όμορφος. Στιγμές απόλυτης σιωπής στα υγρά λιβάδια διαδέχονται φρικιαστικές εικόνες από αποκεφαλισμένα γιγάντια σώματα ή λίμνες γεμάτες πτώματα, Πρόκειται για ένα σύμπαν που η φύση και ο θάνατος συμβιώνουν.

Ωστόσο, αυτό το αισθητικό μεγαλείο, ενίοτε χάνεται κάπου “στην μετάφραση”. Τα textures συχνά υστερούν σε fidelity, οι χαρακτήρες είναι ξύλινοι και οι εκφράσεις προσώπων ανύπαρκτες. Τα NPCs στέκονται σαν αγάλματα, με κινήσεις και γραφικά που θυμίζουν προηγούμενες γενιές. Η αντίθεση ανάμεσα στο μεγαλείο της ατμόσφαιρας και την τεχνική φτώχεια στην υλοποίηση είναι έντονη.

Η σχέση του παίκτη με τον Αρθούρο είναι ένας από τους επιτυχημένους αφηγηματικούς άξονες του παιχνιδιού. Ο “βασιλιάς” είναι η σκιά μας και μέσα από τα μάτια μας βλέπει τις συνέπειες των πράξεών του. Κάθε επιλογή που κάνουμε, κάθε πλευρά που επιλέγουμε, κάθε χαρακτήρα που βοηθάμε ή προδίδουμε, διαμορφώνει το πώς ο Αρθούρος “ξαναγράφεται”.

Στο θέμα του morality δεν υπάρχουν απλές απαντήσεις. Οι φατριές δεν είναι ξεκάθαρα καλές ή κακές. Κάθε μία έχει την ατζέντα της. Κάθε επιλογή αφήνει πίσω της κάτι που δεν επιλέξαμε. Και αυτό έχει αντίκτυπο. Το φινάλε ανασκοπεί τις αποφάσεις σου και όχι με τη μορφή cutscene, αλλά σαν πολιτικό και κοινωνικό αποτύπωμα.

Η μαχη

Η μάχη στο Tainted Grail έχει πρόθεση… ή τουλάχιστον προσπαθεί. Δεν έχουμε να κάνουμε με ένα απλό button mashing σύστημα. Κάθε χτύπημα έχει βάρος, κάθε spell έχει κόστος και κάθε μάχη μπορεί να είναι θανάσιμη. Ειδικά στην αρχή, η αίσθηση αδυναμίας είναι έντονη. Κατά τις πρώτες ώρες οι εχθροί δεν διστάζουν να σε διαλύσουν με ένα χτύπημα. Όσοι επιλέξουν πιο “εύθραυστες” κλάσεις (όπως rogue, και ειδικά mage, builds) βιώνουν τη δυσκολία πολύ πιο έντονα.

Η έλλειψη επαρκούς visual feedback στις μάχες, όπως damage numbers ή ξεκάθαρα animations επιτυχημένων χτυπημάτων, κάνει την εμπειρία στην αρχή λίγο συγκεχυμένη. Επιπλέον, τα hitboxes είναι αναξιόπιστα, σε ένα βαθμό. Συχνά, το σπαθί σου περνάει μέσα από τον εχθρό ή δέχεσαι χτυπήματα “μετά θάνατον”. Πολλές φορές, έτυχε να έχω κάνει heal την τελευταία στιγμή, η μπάρα ζωής μου να έχει γεμίσει, και να κάνει register το hit πριν λάβω feedback ότι το έφαγα, με αποτέλεσμα να πεθάνω.

Παρόλα αυτά, όσο προχωράς, όσο μαθαίνεις να κινείσαι, να διαβάζεις το timing και να συνδυάζεις perks και spells, το combat γίνεται κατά κάποιον τρόπο ικανοποιητικό. Το να τρέχεις με healing spells, ενώ έχεις σκελετούς να σε προστατεύουν και elementals να χτυπάνε τα πάντα γύρω σου είναι cool… επιπέδου ARPG, cool.

Εξελιξη, crafting, gathering και survival

Το Tainted Grail υιοθετεί ένα σύστημα που συνδυάζει στοιχεία από τα Elder Scrolls, προσθέτοντας δικές του πινελιές. Όσο χρησιμοποιείς μια ικανότητα, τόσο την εξελίσσεις. Τρέχεις; Αυξάνεται η αντοχή σου. Χρησιμοποιείς two-handed όπλο; Βελτιώνεται η ικανότητα σου σε αυτό.

Τα βασικά attributes είναι έξι: Strength, Endurance, Dexterity, Perception, Spirituality και Practicality. Ο σχεδιασμός τους δεν ακολουθεί την συνηθισμένη RPG λογική. Για παράδειγμα τα daggers, stealth/dexterity όπλα, είναι “δεμένα” με το Perception. Το ίδιο stat ρυθμίζει και τα persuasion attempts στους διαλόγους. Έχει μια λογική, αλλά όχι την κλασική που μπορεί να έχεις συνηθίσει από άλλα RPG.

Το θετικό είναι ότι σχεδόν κάθε πόντος που επενδύεις αποδίδει πολλαπλά οφέλη. Για παράδειγμα, το Endurance αυξάνει ταυτόχρονα ζωή, stamina και ποσότητα μεταφοράς βάρους, ενώ το Practicality, ίσως ένα από τα πιο “απαραίτητα” stat, ενισχύει το crafting, μειώνει το stamina/mana cost και δίνει bonus στις αγοραπωλησίες.

Η εξέλιξη του χαρακτήρα γίνεται σε bonfires, τα οποία είναι φορητά και μπορείς να τα στήσεις όπου θέλεις. Αν τα ενισχύσεις με “Ethereal Cobwebs” (material/currency που μαζεύεις συνήθως τις νύχτες), αποκτούν και επιπλέον λειτουργίες όπως fast travel, crafting και loot identification. Το αποτέλεσμα του grinding έχει σοβαρό αντίκτυπο. Κάθε 10 αναβαθμίσεις δεξιοτήτων μας δίνουν ένα skill point που μπορούμε να αξιοποιήσουμε σε δέντρα ικανοτήτων με ξεκάθαρα perks, χωρίς ανούσια εμπόδια ή καμένα ενδιάμεσα branches.

Το crafting είναι απλά λειτουργικό. Επίσης, μεταξύ άλλων, μπορούμε να ψαρέψουμε, να σκάψουμε θησαυρούς με φτυάρι, να φτιάξουμε φίλτρα, πανοπλίες και γεύματα. Το σύστημα επιβραβεύει την ενασχόληση με τα διάφορα συστήματα χωρίς να κλειδώνει σημαντικές δυνατότητες πίσω από skill requirements.

Δυστυχώς το encumbrance είναι αρκετά σκληρό. Τα υλικά είναι πάρα πολλά και γεμίζουν το inventory γρήγορα. Το θετικό της υπόθεσης είναι πως κάποια crafting systems, οπως alchemy, τραβάνε τα αντικείμενα από stash. Σε κάθε άλλη περίπτωση όμως, θα πρέπει να μετράς υλικά και consumables και να τα κουβαλάς. Το ίδιο ισχύει και για κάποια όπλα που είναι πολύ βαριά, όπως τα two-handed.

Ελευθερια

Ένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα του παιχνιδιού είναι η αίσθηση ελευθερίας. Θες να γίνεις μάγος, αλλά όχι generalist; Μπορείς. Θες να πηγαίνεις πίσω από εχθρούς με stealth και να τους μαχαιρώνεις πισώπλατα; Γίνεται. Θες να σηκώνεις σκελετούς και να τους αφήνεις να κάνουν την περισσότερη δουλειά; Just… DO IT. Μέχρι να αποκτήσεις τέτοιες επιλογές (όπως Necro), δεν μπορείς να καταλάβεις πόσο μεγάλος περιορισμός ή έλλειψη φαντασίας υπάρχει στα RPG, ακόμα και σήμερα.

Η δομή του κόσμου θυμίζει Skyrim, αλλά με πιο μικρές περιοχές και με περισσότερη ουσία. Το fast travel είναι περιορισμένο, σε κάποια προκαθορισμένα σημεία. Αν είσαι “loot whore”, μάλλον θα καταφέρεις να μάθεις απέξω και ανακατωτά τον χάρτη, από το περπάτημα που έχεις να ρίξεις. Εκτός και αν δεν σε ενοχλεί το πέρα δώθε με fast travelling.

Ακόμη και με mount (ω ναι, έχουμε mount), το κάψιμο είναι αναπόφευκτο. Η εξερεύνηση, ή η δυνατότητα για εξερεύνηση, δεν συνεπάγεται πως υπάρχει και κάτι προς ανακάλυψη. Με λίγα λόγια, αρκετά από τα συστήματα που περιστρέφονται γύρω από το “life sim” κομμάτι του παιχνιδιού, επιλέγουν μία πιο “ρεαλιστική” προσέγγιση, το οποίο σημαίνει αρκετές στιγμές κόπωσης/βαρεμάρας.

“Junkiness”

Το Tainted Grail είναι ασταθές. Πολύ. Ίσως περισσότερο από όσο θα περίμενε κανείς, βλέποντας το πόσο ξεπερασμένο είναι σε κάποιους τομείς. Έχουμε bugs, “σπασμένα” quests και animations, quest items που εξαφανίζονται και NPCs που “κλειδώνουν” σε θέσεις. Υπάρχει μέχρι και ενσωματωμένο “unstuck” κουμπί… Το frame rate πέφτει σε ανύποπτο χρόνο, η third-person κάμερα είναι… μεχ (το οποίο δεν είναι απαραίτητα πρόβλημα του Tainted Grail αποκλειστικά), και οι διάλογοι έχουν voice overs που δεν υπάρχουν καθόλου ή κάνουν skip πριν προλάβεις να διαβάσεις/ακούσεις.

Δεν είναι χειρότερο από Skyrim ή Starfield, ειδικά όπως ήταν την πρώτη εβδομάδα τους, πόσο μάλλον από το remake του Oblivion που “κουβαλάει” bugs αιώνων.

Έχει μια ιδιαίτερη “αίγλη”, ως παιχνίδι. Δεν προσποιείται ότι είναι polished και η ομάδα φαίνεται να προσπαθεί να φτιάξει τα περισσότερα προβλήματα, πραγματικά. Το “junkiness” του, όμως, φαίνεται να είναι χαρακτηριστικό της ταυτότητας του. Γενικά, αν δεχτείς ότι είναι ένα indie “Elder Scrolls” (και όχι “at home” όπως το χαρακτηρίζουν κάποιοι κακοπροαίρετοι), τότε το χάος του μοιάζει κάπως… οκ(;).

Κελτες

Το παιχνίδι χρησιμοποιεί ξεκάθαρα στοιχεία από την ιρλανδική και σκωτσέζικη μυθολογία. Περιοχές όπως το “Cuanacht” αντλούν ονόματα από τον πραγματικό κόσμο, οι φυλές θυμίζουν ιρλανδικές φατριές και κάποια archetypes παραπέμπουν σε δρυίδες και παγανιστικά τάγματα. Όλα αυτά θα μπορούσαν να προσφέρουν μια πραγματικά αυθεντική φανταστική εμπειρία.

Αντ’ αυτού, υπάρχει μία περίεργη εκτέλεση. Οι χαρακτήρες έχουν ονόματα όπως “Odhrán” ή “Tadgh” αλλά μιλάνε με προφορά Λονδίνου. Ηχητικά, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ενοχλητικό, κάποιες φορές, επειδή οι φωνές δεν ανταποκρίνονται στην πολιτισμική προέλευση των χαρακτήρων. Επιπλέον, τα ονόματα δεν είναι συνεπή. Το “Tadgh” προφέρεται σωστά από έναν χαρακτήρα, αλλά λάθος από την σύζυγό του.

Αυτός ο επιφανειακός τρόπος μεταχείρισης του πολιτισμικού source προδίδει είτε άγνοια (κάτι που δεν νομίζω πως ισχύει), είτε αδιαφορία, ίσως λόγω budget. Αν ισχύει το δεύτερο, είναι κρίμα. Η πολιτισμική κακομεταχείριση είναι από τα μόνα (και ελάχιστα) σημεία που το παιχνίδι “μας τα χαλάει”.

Δομη αποστολων

Το Tainted Grail προσφέρει αποστολές με ποικιλία σε σενάρια, αλλά όχι σε μηχανισμούς. Οι περισσότερες αποστολές είναι του τύπου πήγαινε εκεί, σκότωσε κάτι, φέρε το πίσω. Ακόμη και οι κύριες αποστολές συχνά απαιτούν να διασχίσεις επανειλημμένα την ίδια περιοχή.

Το αποτέλεσμα είναι ότι πολλές αποστολές μετατρέπονται σε αγγαρεία. Ακόμη και όταν το writing είναι καλό, η δομή το υπονομεύει. Υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις, όπως η αποστολή με ένα τελετουργικό-φάρσα, των αρχαίων δρυίδων. Όμως τέτοιες στιγμές είναι λίγες.

Ηχος και μουσικη

Εδώ έχουμε ένα παράδοξο. Η μουσική του παιχνιδιού αποτελείται από licensed κομμάτια του Danheim – I f’ing love it. Το soundtrack λειτουργεί ως συναισθηματικό υπόβαθρο. Οι ήχοι της φύσης, τα παραμιλητά των NPCs, οι ψίθυροι του Wyrd, χτίζουν μία φοβερή ατμόσφαιρα.

Από την άλλη, όπως ανέφερα και πριν, το voice over εν είναι και τόσο ποιοτικό – ίσως έπρεπε να δοδυλέψουν με one-takes λόγω budget. Κάποιοι ηθοποιοί είναι εξαιρετικοί ενώ άλλοι αδιάφοροι ή εντελώς εκτός χαρακτήρα. Κάποιοι νέοι διάλογοι (που μπήκαν αργότερα) ακούγονται σαν να ηχογραφήθηκαν σε διαφορετικό δωμάτιο και με διαφορετικό μικρόφωνο.

Κατι παραπανω απο αντιγραφο

Το Tainted Grail: The Fall of Avalon δεν κρύβει τις επιρροές του. Το δείχνουν οι μηχανισμοί του, το δείχνει το interface, το βλέπουμε στην αρχική σκηνή στη φυλακή. Είναι μια ανεπίσημη “απάντηση” στο Skyrim. Όχι μια παραλλαγή ή ένα RPG “made at home” που μοιάζει σαν mod.

To κρίμα είναι πως από τεχνικής πλευράς, είναι “υποδεέστερο”. Από σχεδιαστικής πλευράς όμως, είναι άξιο. Έχει μια ψυχή που σε κρατάει καθηλωμένο και που δεν βασίζεται στη νοσταλγία για ένα νέο παιχνίδι από την Bethesda. Ίσως επειδή, σε αντίθεση με τις τεράστιες παραγωγές που παγιδεύονται από την ίδια τους την κλίμακα, το Tainted Grail τολμάει.

Η Awaken Realms και η Questline δε φοβήθηκαν να μπλέξουν τον αρθουριανό μύθο με θρησκευτικό και κοσμικό τρόμο, σήψη, πολιτική αποσύνθεση και υπαρξιακές κρίσεις. Αντί να πουν μια ιστορία για την επιστροφή του ήρωα, έγραψαν μια ιστορία για την φύση του ήρωα, ως φάντασμα.

Είναι εύκολη παγίδα να συγκρίνεις το Tainted Grail με το Skyrim ή το Oblivion. Αυτό αδικεί και τα δύο όμως. Το πρώτο είναι τεράστιο, γεμάτο με περιεχόμενο και με ένα στοιχειώδες polish (και το δυνατότερο mod community). Το δεύτερο είναι ατελές, ασυνεπές, αλλά πιο θαρραλέο.

Το Tainted Grail έχει πιο συμπαγή κόσμο (λιγότερα “άχρηστα” quest markers), έχει πιο σκοτεινή και θεματικά ώριμη αφήγηση, έχει πρωτότυπο lore που δεν βασίζεται σε orcs και elves, έχει σύστημα μάχης λιγότερο “φωτογενές” αλλά πιο επικίνδυνο. Αν το Elder Scrolls είναι ένας γίγαντας της φαντασίας, το Fall of Avalon είναι ο τρελός του χωριού, ο μονόφθαλμος ξάδερφός του που σου λέει ιστορίες γύρω από μια φωτιά και δε φοβάται να σε σοκάρει.

Εν κατακλειδι

Το Tainted Grail: The Fall of Avalon είναι γεμάτο προβλήματα. Glitches, κακή απόδοση, ημιτελείς μηχανισμούς, πολιτισμικά ατοπήματα. Κι όμως έχει κάτι που πολλά RPG φαίνεται να έχουν χάσει… προσωπικότητα. Και αυτό είναι που το κάνει τόσο ξεχωριστό. Είναι ένα RPG που δεν απευθύνεται σε όλους. Δεν θα αρέσει σε όσους θέλουν τέλεια γραφικά ή το απόλυτο balance. Για όσους ψάχνουν ένα παιχνίδι που έχει αφηγηματική ουσία, σε αφήνει να κάνεις λάθη, προσφέρει ρίσκο και ανταμοιβή, σε τρομάζει, σε κουράζει, αλλά σε κάνει να το σκέφτεσαι μετά… το Tainted Grail αξίζει την προσοχή και βρίσκεται δικαίως στις καρδίες του κόσμου.


Tainted Grail: The Fall of Avalon

8 Great

Παρά τις τεχνικές του αδυναμίες, την έντονη “junk” αισθητική και κάποια πολιτιστικά παραστρατήματα, καταφέρνει να διατηρήσει μια μοναδική ταυτότητα, προσφέροντας έναν αφηγηματικά βαθύ, αισθητικά ξεχωριστό και θεματικά τολμηρό κόσμο, που θυμίζει Skyrim αλλά αρνείται να αντιγράψει αδιάκριτα.