Σε μια εποχή όπου η ατμόσφαιρα της βιομηχανία του gaming είναι ηλεκτρισμένη και που συχνά δίνει προτεραιότητα σε διάφορα “game as a service” μοντέλα κυκλοφορίας ή άλλα “publishing quirks”, το Clair Obscur: Expedition 33 της Sandfall Interactive εμφανίζεται ως εντυπωσιακή εξαίρεση, καθώς επαναπροσδιορίζει τον ορισμό του “western RPG”, δείχνοντας εξίσου τι πραγματικά μπορεί να πετύχει ένα σύγχρονο RPG όταν υπάρχει δημιουργικότητα και ελευθερία έκφρασης, αγάπη για την δημιουργία ενός κόσμου και, εννοείται, απύθμενη ικανότητα πίσω από την υλοποίηση.
Η μικρή ομάδα της Sandfall Interactive, αποτελούμενη και από πρώην ταλέντα της Ubisoft, μας παρουσίασε ένα παιχνίδι που είναι μια τολμηρή δημιουργία, ένα όραμα, που συνδυάζει σουρεαλιστικό χτίσιμο κόσμου, βαθιά συναισθηματική αφήγηση και ένα μηχανικά “περίπλοκο”, ή τουλάχιστον πιο action από ότι θα περίμενε κανείς, σύστημα μάχης.
Το TL:DR της υπόθεσης είναι πως πρόκειται για ένα αριστούργημα που δεν έχει προηγούμενο. Είναι ξεκάθαρα ένα από τα καλύτερα παιχνίδια όλων τον εποχών και μία κυκλοφορία που πραγματικά χρειαζόμασταν. Προσωπικά, είχα ανάγκη από κάτι νέο, απρόβλεπτο και συνάμα πολύπλευρο, που να συνδυάζει όλα όσα αγαπάω από τα video games.

Ο θάνατος ως plot mechanism
Στον πυρήνα του Clair Obscur: Expedition 33 βρίσκεται ένα από τα πιο πρωτότυπα και συγκινητικά αφηγηματικά concepts που έχει δει το RPG genre εδώ και χρόνια. Κάθε χρόνο, μια υπερφυσική φιγούρα γνωστή μόνο ως “Paintress”, ζωγραφίζει έναν νέο αριθμό πάνω σε έναν μονόλιθο ορατό από τη νησιωτική πόλη Lumière. Αυτός ο αριθμός, που μειώνεται κατά ένα κάθε χρόνο, καθορίζει την ηλικία στην οποία κάθε άνθρωπος “πεθαίνει” ακαριαία. Όταν φτάνει το 33, ξεκινά μια νέα αποστολή, κάθε χρόνο γίνεται η σύσταση ενός expedition, με στόχο να αντιμετωπίσει την Paintress και να σταματήσει τον κύκλο του θανάτου.
Δεν πρόκειται για ένα αφηγηματικό “dressing”. Ριζώνει βαθιά σε κάθε επίπεδο της ιστορίας, από τη μελαγχολία που συνοδεύει κάθε διάλογο, μέχρι τον ίδιο τον σχεδιασμό του κόσμου. Πτώματα προηγούμενων εξερευνητών είναι σκορπισμένα στην ήπειρο. Ηχητικά ημερολόγια αφηγούνται τις τελευταίες τους στιγμές. Αυτά τα τραγικά απομεινάρια λειτουργούν τόσο ως περιβαλλοντική αφήγηση όσο και ως συναισθηματικοί καθρέφτες για τα μέλη της τρέχουσας αποστολής, που έρχονται αντιμέτωποι με τη δική τους θνησιμότητα. Μάλιστα, εδώ έχουμε ένα ιδιαίτερο δίπολο, μιας και ασχέτως που ο θάνατος έχει ποτίσει κάθε γωνιά του χάρτη, ο κόσμος καθεαυτού είναι vibrant, με αρκετά comic reliefs για να ελαφρύνουν την ατμόσφαιρα.


Η απώλεια
Στο κέντρο της αποστολής βρίσκεται μια εξαιρετική ομάδα χαρακτήρων: έχουμε τον Gustave, έναν πραγματιστή και ηγέτη που κουβαλά το βάρος της ευθύνης του Expedition, την Lune, μια διανοούμενη με πειραματική φύση, την Sciel, μια προσγειωμένη δασκάλα και την Maelle, την υιοθετημένη αδερφή του Gustave, της οποίας η επαναστατική διάθεση κρύβει μια βαθιά ανάγκη για σύνδεση. Αργότερα, προστίθενται κι άλλοι όπως ο Monoco, ένας μαχητής παγιδευμένος στον φόβο, και ο χαριτωμένος αγκαλίτσας (και γίγαντας) Esquie, μεταξύ άλλων.
Αυτοί οι χαρακτήρες δεν αποτελούν κλασικά archetypes, όπως μας έχουν συνηθίσει τα περισσότερα RPG. Εξελίσσονται. Πενθούν. Αστειεύονται. Συνδέονται με βαθιά ανθρώπινους τρόπους στις ήσυχες στιγμές γύρω από τη φωτιά, αποκαλύπτοντας φιλοσοφίες, ενοχές και ελπίδες μέσα από διαλόγους που είναι φυσικοί αλλά και ποιητικοί. Βοηθάει επίσης το γεγονός πως το voice cast είναι εξαιρετικό. Έχουμε ερμηνείες από ταλαντούχους ηθοποιούς όπως Andy Serkis, Ben Starr, Jennifer English και Charlie Cox, που ανεβάζουν τον ήδη κορυφαίο διάλογο σε σημείο που αγγίζει την ψυχή.

Αφήγηση που τολμά
Το Clair Obscur αντλεί δύναμη από την αφηγηματική του αυτοσυγκράτηση. Σε αντίθεση με πολλά RPG που κατακλύζουν τον παίκτη με πληροφορίες, το παιχνίδι τολμά να αφήσει κενά, να εμπιστευτεί τον παίκτη ότι θα ενώσει τα κομμάτια μόνος του. Γιατί η Lumière αναδύθηκε από τη θάλασσα; Τι ακριβώς είναι το Chroma η μαγεία που κινεί τον κόσμο; Ποια είναι η πραγματική φύση της Paintress; Οι απαντήσεις έρχονται αργά, συχνά αινιγματικά, και πάντα ικανοποιούν την περιέργεια.
Οι ανατροπές είναι συχνές και άψογα χρονισμένες. Μόλις ο παίκτης νομίζει ότι καταλαβαίνει τον κόσμο, μια ξαφνική αποκάλυψη τα ανατρέπει όλα. Χωρίς να αποκαλύπτεται τίποτα κρίσιμο, υπάρχει μια κομβική στιγμή περίπου στο ένα τρίτο του παιχνιδιού που αλλάζει ριζικά την οπτική του παίκτη για την ιστορία. Αυτές οι “ανατροπές” είναι φυσικές προεκτάσεις μιας αφήγησης που βασίζεται σε φιλοσοφικά θέματα: θάνατος, κληρονομιά, αυτοκαθορισμός και η θολή γραμμή ανάμεσα στην τέχνη και τη ζωή.





Ο κόσμος της τέχνης
Από τα στοιχειωμένα καλντερίμια της Lumière έως τους κοραλλιογενείς υφάλους που αιωρούνται στον αέρα, ο κόσμος του Clair Obscur είναι ένας οπτικός οργασμός. Φτιαγμένος με Unreal Engine 5, ξεπερνά τις προσδοκίες για την κατηγορία του. Η μικρή ομάδα της Sandfall Interactive δημιούργησε ένα τοπίο που μοιάζει ζωγραφισμένο και εφιαλτικό ταυτόχρονα, έναν σουρεαλιστικό καμβά βγαλμένο από όνειρα και εφιάλτες.
Ο σχεδιασμός είναι τρομερός. Εχθροί με πρόσωπα-παλάμες που συσπώνται, όντα-πινέλα γεμάτα αυτοπεποίθηση, και έμποροι με μάσκες γνωστοί ως Gestrals δίνουν στον κόσμο μια ιδιόρρυθμη, εντελώς πρωτότυπη ταυτότητα. Η κατασκευή των επιπέδων δίνει έμφαση στην εξερεύνηση χωρίς να βασίζεται σε mini-maps, ενθαρρύνοντας τους παίκτες να προσανατολιστούν με βάση το περιβάλλον αντί για την επιφανειακή χρήση του UI. Είναι παλιομοδίτικο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Και ύστερα υπάρχει η μουσική. Ο συνθέτης Lórien Testard παραδίδει ένα soundtrack που ανήκει εύκολα ανάμεσα στα καλύτερα στην ιστορία των RPG. Κυριαρχούν οι χορδές, βιολιά που θρηνούν, τσέλα που στοχάζονται, και περιστασιακές οπερατικές φωνές που συνοδεύουν τις συναισθηματικές κορυφώσεις της πορείας. Θυμίζει NieR: Automata ή Xenoblade Chronicles, αλλά με δική του μοναδική χροιά. Γενικά, υπάρχουν πολλές επιρροές σε όλες τις εκφάνσεις του παιχνιδιού.





O real-time tactical μηχανισμός μάχης
Κάτω από την καλλιτεχνική του επιφάνεια κρύβεται ένα εξαιρετικό σύστημα μάχης με βάση τους γύρους (turn-based), που συνδυάζει παραδοσιακό RPG μηχανισμό με δράση βασισμένη στα αντανακλαστικά. Κάθε χαρακτήρας διαθέτει μια τυπική επίθεση για τη δημιουργία Action Points, μια σειρά από δεξιότητες και ένα μοναδικό style μάχης. H εκτέλεση των δεξιοτήτων μπορεί να περιλαμβάνei inputs με βάση το ρυθμό/χρονομετρημένες πιέσεις κουμπιών (QTE). Οι εχθροί, εν τω μεταξύ, επιτίθενται με μοτίβα που είναι ξεκάθαρα προαναγγελμένα και μπορούν να αποφευχθούν (dodge) ή να αποκρουστούν (parry) σε πραγματικό χρόνο, πάλι μεσω QTE.
Αυτοί οι αμυντικοί μηχανισμοί ανυψώνουν τη μάχη από την παθητική παρακολούθηση σε υψηλού κινδύνου λήψη αποφάσεων. Η αποκρουση είναι ενίοτε δύσκολη, αλλά εξαιρετικά ικανοποιητική, παρέχοντας bonus AP και επιτρέποντας την αντεπίθεση. Οι μάχες με αρχηγούς απαιτούν δεξιότητα, ρυθμό και γνώση των μοτίβων κάθε εχθρού. Στο expert (τελευταίο επίπεδο δυσκολίας) που έπαιξα εγώ, διασκέδασα πάρα πολύ, μιας και κάθε θάνατος συνέβαλε στο να μάθω καλύτερα τους χρόνους και τα μοτίβα των εχθρών.
Κάθε χαρακτήρας φέρνει κάτι φρέσκο. Για παράδειγμα, ο Gustave συσσωρεύει ενέργεια, με συνεχόμενα χτυπήματα. Η Maelle ελίσσεται ανάμεσα σε stances ξιφομαχίας για άμυνα ή επίθεση. H Sciel εναλλάσσεται μεταξύ φάσεων ήλιου και φεγγαριού, ισορροπώντας τη δύναμη και τη δημιουργία πόρων και ο Monoco μαζεύει τα πόδια των νικημένων εχθρών και μιμείται τις κινήσεις τους. Όλοι οι χαρακτήρες έχουν κάτι το ιδιαίτερο και όλοι μπορούν να εξυπηρετήσουν διαφορετικούς ρόλους και style μάχης.



Pictos και Luminas
Οι βετεράνοι των RPG θα βρουν πολλά να αγαπήσουν στο σύστημα ανάπτυξης χαρακτήρων του Clair Obscur. Κάθε μέλος του party μπορεί να εξοπλιστεί με τρία Pictos, αντικείμενα που παρέχουν τόσο bonus στατιστικών όσο και παθητικές δεξιότητες. Μετά από αρκετές μάχες, η συνδεδεμένη παθητική δεξιότητα γίνεται Lumina, το οποίο μπορεί στη συνέχεια να τοποθετηθεί σε άλλους χαρακτήρες με βάση τους διαθέσιμους Lumina πόντους.
Με απλά λόγια, βρίσκεις ένα Picto, το οποίο μετά από τέσσερις μάχες ξεκλειδώνεται ως Lumina, το οποίο στην συνέχεια επιτρέπει την αξιοποίηση του από όλους, βάσει των διαθέσιμων πόντων. Η μόνη διαφορά είναι πως τα equipped Pictos προσφέρουν και στατιστικά, ενώ τα Lumina μόνο το passive χαρακτηριστικό.
Το σύστημα ενθαρρύνει τον πειραματισμό, μιας και το respec είναι σχετικά τσάμπα – η ποσότητα των respec items που μπορούμε να βρούμε είναι τεράστια -, οπότε δεν υπάρχει λόγος φόβου μην τυχών και γίνει κάποιο λάθος.
Τα όπλα είναι εξίσου περίπλοκα. Κάθε όπλο έχει κλίμακα στατιστικών, element και παθητικά πλεονεκτήματα που ανταμείβουν τη χρήση τους σε συγκεκριμένα builds και play styles. Αυτό σημαίνει ότι η μάχη δεν γίνεται ποτέ βαρετή, ακόμη και στο τέλος του παιχνιδιού. Στις 60 ώρες και μετά από σχεδόν ολοκληρωτικό map clearance, δεν έχω νιώσει ως αγγαρεία κάποιο encounter. Βοηθάει βέβαια το γεγονός πως υπάρχουν super bosses και content, μετά τον τερματισμό του παιχνιδιού. Ακόμα και το new game plus, που κάνει tune-up την δυσκολία, είναι κάτι που σε ελάχιστα παιχνίδια με προσελκύει όπως εδώ.


Overworld
Το Clair Obscur δομεί τον κόσμο του σαν ένα ανοιχτό διόραμα. Μεταξύ των υπόγειων μπουντρουμιών της ιστορίας, ο χάρτης του εξωτερικού κόσμου προσφέρει παράπλευρους δρόμους, συλλεκτικά αντικείμενα και μάχες ενάντια σε μοναδικούς εχθρούς, όπως τα Petanks (που προσφέρουν προκλήσεις με χρονικό περιορισμό) και τα κρυμμένα Mimes (που ρίχνουν τα baguette κοστούμια και χιουμοριστικά μουσικά κομμάτια).
Ειδικές περιοχές, όπως οι παραλίες Gestral, προσφέρουν προκλήσεις platforming με χρονικό περιορισμό, συνοδευόμενες από μουσική που σε κάνει να χτυπάς το πόδι στον ρυθμό. Αυτές οι ακολουθίες προσφέρουν μια ευχάριστη ελαφρότητα στο παιχνίδι, ειδικά μετά από συναισθηματικά βαριά στιγμιότυπα.
Επίσης, στo camp, οι χαρακτήρες μπορούν να ξεκουραστούν, να αναβαθμίσουν τα όπλα και, το πιο σημαντικό, να συμμετάσχουν σε διαλόγους μεταξύ τους. Αυτές οι ακολουθίες δεν είναι filler. Είναι παράθυρα στη συναισθηματική ζωή των χαρακτήρων, εμβαθύνοντας τη σύνδεση του παίκτη με τον καθένα. Είναι σημαντική η επένδυση χρόνου σε αυτό το κομμάτι, όχι μόνο για τη σημασία της ιστορίας, αλλά και γιατί ξεκλειδώνει πράγματα όπως επιθέσεις και αποστολές.

Content και playtime
Με διάρκεια περίπου 20–30 ώρες, καταφέρνει να διηγηθεί μια συγκεντρωμένη, προσεκτική ιστορία χωρίς την υπερβολή που συχνά ταλαιπωρεί τα σύγχρονα RPG. Ο χρόνος παιχνιδιού είναι γεμάτος με ουσία. Κάθε μπουντρούμι, συνάντηση και κινηματογραφική σκηνή εξυπηρετούν έναν αφηγηματικό ή μηχανικό σκοπό. Αυτή η λιτή δομή είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική λόγω των συναισθηματικά πυκνών θεμάτων του παιχνιδιού. Δεν υπάρχει χρόνος για βαρεμάρα και, πιο σημαντικά, δεν χάνεται χρόνος.
Λαμβάνοντας υπόψιν την λιτή δομή, οι παίκτες που αναζητούν περισσότερo βάθος δεν θα απογοητευτούν. Το προαιρετικό περιεχόμενο του παιχνιδιού είναι πλούσιο. Τα προαιρετικά bosses παρέχουν μια σφοδρή δοκιμασία για την κυριαρχία του παίκτη, απαιτώντας πλήρη κατανόηση των λεπτών συστημάτων του παιχνιδιού – χωρίς να θέλω να κάνω spoiler, θα πω μόνο ένα όνομα: Simon. Τα ημερολόγια των υπόλοιπων expedition, διάσπαρτα στον κόσμο, προσφέρουν βαθύτερες γνώσεις για προηγούμενες εκστρατείες και την ζοφερή ιστορία του κόσμου (να τονίσω πως όλα τα journal entries είναι voiced). Αυτά τα συλλεκτικά αντικείμενα είναι κομμάτια ενός puzzle που, μόλις ολοκληρωθούν, αποκαλύπτουν πόσο βαθιά συνδεδεμένος είναι αυτός ο κόσμος.
Ακόμη και οι φαινομενικά μεμονωμένοι χαρακτήρες ή οι παράπλευρες αποστολές επηρεάζουν την κύρια αφήγηση ή βοηθούν να επανακαθοριστούν τα γεγονότα. Υπάρχει μια συνοχή εδώ που σπάνια επιτυγχάνεται σε πρώτους τίτλους ή ακόμη και σε AAA έργα. Αυτό που θέλω να πω είναι πως το προαιρετικό περιεχόμενο δεν είναι αδιάφορο σε σχέση με την ιστορία.



Ένα αριστούργημα με… ατέλειες
Η οπτική παρουσίαση είναι μία από τις μεγαλύτερες δυνάμεις του Clair Obscur. Τα περιβάλλοντα συνδυάζουν την κομψότητα της Belle Époque με τον σουρεαλιστικό παραλογισμό, σχηματίζοντας έναν από τους πιο μοναδικούς φανταστικούς κόσμους σε παιχνίδι. Η αρχιτεκτονική, τα κοραλλιογενή δάση και τα έμψυχα τοπία είναι γεμάτα νόημα, σαν κομμάτια ενός μεγαλύτερου οράματος. Ο σχεδιασμός των χαρακτήρων και των κοστουμιών αντικατοπτρίζει επίσης μια προσεκτική επιρροή υψηλής μόδας που καθορίζει τον τόνο.
Παρά αυτήν την επιμέλεια, υπάρχουν λίγες τεχνικές ατέλειες… and that’s ok. Έχω τονίσει και σε άλλα reviews πως αυτό είναι κάτι που δεν με πειράζει, αν το συνολικό αποτέλεσμα είναι σαν το Clair Obscur (ή το Atomic Heart για παράδειγμα). Μερικά τα πιο αξιοσημείωτα προβλήματα είναι οι περιοδικές πτώσεις καρέ (ιδιαίτερα σε κινηματογραφικές σκηνές), ασυνέπειες στο συγχρονισμό των χειλιών (lip-sync) και μερικά crashes που διακόπτουν την ροή. Ένα διαβόητο σφάλμα αποτρέπει ακόμη και την πρόοδο αν συλλεχθεί αντικείμενο εκτός σειράς. Αυτές οι ατέλειες δεν είναι πολλές και αναμένεται να λυθούν μέσω διορθωτικών ενημερώσεων, αλλά επηρεάζουν ελαφρώς την αφοσίωση σε μια αλλιώς άψογη εμπειρία.

Η μουσική ως σταθερά
Λίγα RPG έχουν χρησιμοποιήσει τη μουσική τόσο αποτελεσματικά και συνειδητά όσο το Clair Obscur. Η μουσική του Lórien Testard καθορίζει τις σκηνές. Τα θέματα εξελίσσονται κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, αντικατοπτρίζοντας τις μεταβαλλόμενες συναισθηματικές καταστάσεις των χαρακτήρων και τον καταρρέοντα κόσμο που κατοικούν. Ορισμένα κομμάτια είναι ενσωματωμένα στους μηχανισμούς του παιχνιδιού, προσβάσιμα στην κατασκήνωση ή χρησιμοποιούνται δυναμικά κατά τη διάρκεια μαχών και κινηματογραφικών σκηνών. Η μουσική στα boss fights είναι “chef’s kiss”.
Υπάρχουν σαφή αφιερώματα σε κλασικά έργα, αλλά ποτέ άμεση μίμηση – όπως συμβαίνει και με το εικαστικό. Πρόκειται για ένα soundtrack που χαράσσει τη δική του ταυτότητα, χρησιμοποιώντας σύνολα εγχόρδων και μελαγχολικές μελωδίες πιάνου για να προκαλέσει απελπισία, αλλά και ελπίδα. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι αυτό είναι ένα από τα πιο αποτελεσματικά soundtrack σε οποιοδήποτε RPG της τελευταίας δεκαετίας.

Ένα ντεμπούτο που επανακαθορίζει το είδος
Ίσως το πιο εκπληκτικό πράγμα σχετικά με το Clair Obscur: Expedition 33 είναι ότι είναι το ντεμπούτο της Sandfall Interactive. Νιώθει σαν μια κορύφωση δεκαετιών ιστορίας RPG, αποσταγμένη και αναδημιουργημένη μέσω ενός τολμηρού καλλιτεχνικού φακού. Φορά τις επιρροές του, Final Fantasy, Persona, Elden Ring, ακόμη και Paper Mario, με περηφάνια, αλλά ποτέ δεν μιμείται. Αντίθετα, παίρνει αυτές τις ιδέες και τις αναδιαμορφώνει μέσω μιας δικής του οπτικής.
Eίναι ένα παιχνίδι με ψυχή. Ένα παιχνίδι που κατανοεί την απώλεια και την ελπίδα, τη χαρά και τον πόνο. Παίρνει τους μηχανισμούς ενός RPG και τους ενσωματώνει με πραγματικό νόημα. Η μάχη είναι έκφραση. Η εξερεύνηση είναι θαυμασμός. Οι χαρακτήρες είναι άνθρωποι.
Για όποιον έχει απογοητευτεί από την κατάσταση των σύγχρονων RPG, το Clair Obscur: Expedition 33 είναι κάτι παραπάνω από μια “επιστροφή στη φόρμα”. Είναι ένας φάρος και η απόδειξη του τι είναι δυνατόν όταν η δημιουργικότητα αποδεσμεύεται από τις φόρμουλες. Μπορεί να είναι η αρχή μιας νέας εποχής. Έτσι επανακαθορίζεις ένα είδος.

Clair Obscur: Expedition 33
Το Clair Obscur: Expedition 33 ξεχωρίζει ως ένα από τα πιο φιλόδοξα και καλλιτεχνικά RPG των τελευταίων ετών, επαναπροσδιορίζοντας το είδος μέσα από έναν σουρεαλιστικό κόσμο, βαθιά συναισθηματική αφήγηση και ένα σύστημα μάχης που συνδυάζει turn-based στρατηγική με real-time αντανακλαστικά. Στον πυρήνα της ιστορίας βρίσκεται το συγκλονιστικό concept του "προγραμματισμένου θανάτου". Οι χαρακτήρες παρουσιάζονται ανθρώπινοι και πολυδιάστατοι, με εξαιρετικές ερμηνείες να ενισχύουν την αφήγηση. Η αισθητική του τίτλου συνδυάζεται με ένα κορυφαίο soundtrack και έξυπνο σχεδιασμό περιβάλλοντος που προάγει την εξερεύνηση. Eντυπωσιάζει με τη συνοχή, τη συναισθηματική του βαρύτητα και το πλούσιο περιεχόμενο, αποτελώντας μια πραγματική αποκάλυψη για το είδος.
