Το Assassin’s Creed IV: Black Flag μπορεί να αποτέλεσε το έκτο βασικό κεφάλαιο της σειράς της Ubisoft, όμως για πολλούς ήταν πάνω απ’ όλα το απόλυτο παιχνίδι με πειρατές. Όπως συμβαίνει άλλωστε και με άλλα Assassin’s Creed παιχνίδια που αποτυγχάνουν να αιχμαλωτίσουν την ουσία του franchise και να εξελίξουν το lore. Δεκατρία χρόνια αργότερα, το Black Flag Resynced επιχειρεί να επαναφέρει εκείνη τη μαγεία, ντύνοντάς την με σύγχρονη τεχνολογία, ανανεωμένα συστήματα και ορισμένες νέες αφηγηματικές πινελιές.
Η πρόκληση, όμως, είναι τεράστια. Ένα remake δεν αρκεί πλέον να προσφέρει υψηλότερη ανάλυση και πιο εντυπωσιακό φωτισμό. Περιμένουμε ουσιαστικές βελτιώσεις, χωρίς να χαθεί η ταυτότητα του πρωτότυπου.
Το Black Flag Resynced ισορροπεί συνεχώς πάνω σε αυτό το λεπτό σχοινί. Από τη μία πλευρά παραδίδει μία από τις ομορφότερες virtual εκδοχές της Καραϊβικής που έχουμε δει ποτέ. Από την άλλη, αρκετές από τις αλλαγές του δημιουργούν την αίσθηση πως προσπαθούν περισσότερο να εναρμονίσουν το παιχνίδι με τα σύγχρονα Assassin’s Creed, παρά να εξελίξουν όσα έκαναν το αρχικό Black Flag τόσο ξεχωριστό, ή το franchise γενικότερα.

Ο Edward Kenway εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους πιο ενδιαφέροντες πρωταγωνιστές που γνώρισε ποτέ η σειρά. Δεν ξεκινά ως ήρωας ούτε ως ένας ιδεαλιστής Assassin. Είναι ένας άνθρωπος που κυνηγά τον πλούτο, την κοινωνική άνοδο και την ευκαιρία να προσφέρει μια καλύτερη ζωή στη σύζυγό του. Οι αποφάσεις του καθοδηγούνται περισσότερο από την απληστία και την ανάγκη για επιβίωση παρά από κάποια ανώτερη ιδεολογία, κάτι που τον διαφοροποιεί αισθητά από τους περισσότερους προκατόχους και διαδόχους του.
Αυτή ακριβώς η ανθρώπινη αδυναμία είναι που κάνει την εξέλιξή του τόσο ενδιαφέρουσα. Καθώς η ιστορία προχωρά, ο Edward βλέπει ανθρώπους που εκτιμά να χάνονται, φιλίες να δοκιμάζονται και το ίδιο το όνειρο της χρυσής εποχής της πειρατείας να καταρρέει. Η μετάβασή του από έναν εγωκεντρικό κυνηγό θησαυρών σε έναν άνθρωπο που αρχίζει να αντιλαμβάνεται την αξία των σχέσεων και των επιλογών του εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πιο καλογραμμένα character arcs που έχει παρουσιάσει το Assassin’s Creed. Θα έλεγε κανείς, πως το Black Flag έχει αρκετά κοινά στοιχεία με το Red Dead Redemption 2.
Μία από τις πιο “ευχάριστες” αποφάσεις του remake είναι ότι απομακρύνει σχεδόν ολοκληρωτικά τις συνεχείς διακοπές από το σύγχρονο timeline. Το αρχικό παιχνίδι σε ανάγκαζε συχνά να εγκαταλείπεις τον Edward για να περιπλανηθείς στα γραφεία της Abstergo, κόβοντας τον ρυθμό της αφήγησης. Εδώ, η προσοχή παραμένει σχεδόν αποκλειστικά στον ίδιο τον Kenway, με αποτέλεσμα η ιστορία να αποκτά καλύτερη συνοχή και πολύ πιο φυσική ροή.
Αν και δεν είμαι fan της αφαίρεσης του “modern day”, ως playable κομμάτι, γιατί αυτό επιφέρει άλλα ουσιαστικά προβλήματα που δεν είναι της παρούσης, τουλάχιστον δίνεται μια ξεκάθαρη εικόνα για το ποια κατεύθυνση σκοπεύει να πάρει η Ubisoft, κι ας φοβάται να το ξεστομίσει ανοιχτά. Αν είναι για καλό ή όχι, θα φανεί στα “νούμερα” (δυστυχώς). Το μόνο σίγουρο είναι πως το Assassin’s Creed, εδώ και καιρό, έχει χαθεί από “τα χέρια” των hardcore fans και το Black Flag Resynced έρχεται να θάψει μια και καλή κάθε ελπίδα.
The king is dead, long live the king!

Η Ubisoft πρόσθεσε νέο αφηγηματικό περιεχόμενο με στόχο να εμπλουτίσει το ταξίδι του Edward. Οι τρεις νέοι αξιωματικοί που μπορούν να στρατολογηθούν στο πλήρωμα του Jackdaw αποκτούν τις δικές τους μικρές ιστορίες, ενώ παράλληλα προσφέρουν νέες δυνατότητες στις ναυμαχίες. Η παρουσία τους κάνει το πλήρωμα να δείχνει λιγότερο ανώνυμο και δίνει περισσότερη προσωπικότητα στο πλοίο που αποτελεί το πραγματικό “σπίτι” μας.
Παρόλα αυτά, οι νέες αποστολές δύσκολα φτάνουν το επίπεδο του βασικού σεναρίου. Οι νέοι χαρακτήρες έχουν ενδιαφέρουσες ιδέες πίσω από το υπόβαθρό τους, όμως η ανάπτυξή τους δεν αποκτά ποτέ το συναισθηματικό βάρος των ιστορικών προσωπικοτήτων που συνοδεύουν τον Edward. Αρκετοί διάλογοι μοιάζουν πιο επίπεδοι, λιγότερο πνευματώδεις και δεν διαθέτουν την αυθεντική γοητεία του αρχικού σεναρίου.
Ανάλογη είναι και η εικόνα του νέου επιλόγου. Παρότι προσφέρει επιπλέον ώρες παιχνιδιού και ορισμένα εντυπωσιακά set pieces, χρονικά έρχεται σε σημείο όπου ο Edward έχει ήδη ολοκληρώσει τη βασική εσωτερική του μεταμόρφωση. Έτσι, αρκετές συμπεριφορές του μοιάζουν να επαναλαμβάνουν παλαιότερα λάθη, δημιουργώντας μια μικρή αφηγηματική ασυνέπεια που δύσκολα περνά απαρατήρητη.

Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς πως το Black Flag Resynced εντυπωσιάζει ιδιαίτερα στο κομμάτι της εικόνας. Η νέα έκδοση της Anvil Engine μεταμορφώνει ολόκληρο τον κόσμο. Το νερό αντανακλά τον ήλιο με τρόπο σχεδόν φωτορεαλιστικό, τα πυκνά τροπικά δάση αποκτούν απίστευτο βάθος, ενώ κάθε νησί μοιάζει να έχει αποκτήσει δεκάδες μικρές λεπτομέρειες και τέτοιο density που απουσίαζαν από το παιχνίδι του 2013.
Υπάρχουν στιγμές που δύσκολα πιστεύεις πως πρόκειται για remake ενός τίτλου δεκατριών ετών. Όταν η ανατολή ξεπροβάλλει μέσα από τους φοίνικες, η ομίχλη καλύπτει έναν βάλτο λίγο πριν ξημερώσει ή μια τροπική καταιγίδα μετατρέπει τη θάλασσα σε πραγματικό εφιάλτη, συνθέτουν εικόνες που σε κάνουν να αφήνεις για λίγο το χειριστήριο για να απολαύσεις το τοπίο. Πρόκειται για ένα από τα πιο όμορφα “screenshot games”.
Δεν πρόκειται όμως μόνο για υψηλότερες αναλύσεις. Οι πόλεις δείχνουν αισθητά πιο ζωντανές. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι κόσμο, οι κάτοικοι αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, ζώα περιφέρονται στις γειτονιές, μικρά τυχαία περιστατικά συμβαίνουν κατά την εξερεύνηση και ολόκληρος ο κόσμος αποπνέει την αίσθηση ότι συνεχίζει να υπάρχει ακόμα κι όταν ο Edward δεν βρίσκεται εκεί.
Η seamless μετάβαση μεταξύ στεριάς και θάλασσας αποτελεί επίσης σημαντική αναβάθμιση. Τα loadings έχουν σχεδόν εξαφανιστεί και η περιήγηση αποκτά πολύ πιο φυσική ροή. Πρόκειται για μία από εκείνες τις βελτιώσεις που ίσως δεν θα εντυπωσιάσουν με την πρώτη ματιά, αλλά μετά από λίγες ώρες παιχνιδιού δύσκολα θα ήθελες να επιστρέψεις στο αρχικό Black Flag.

Το μεγαλύτερο δίλημμα του remake βρίσκεται στο σύστημα μάχης. Η Ubisoft εγκαταλείπει σε μεγάλο βαθμό το γρήγορο, σχεδόν κινηματογραφικό combat του 2013 και υιοθετεί στοιχεία από τα πιο πρόσφατα παιχνίδια της σειράς. Το “νέο σύστημα” συνθέτουν light και heavy επιθέσεις, dodge, parry και μηχανισμοί που θυμίζουν περισσότερο τα Origins, Odyssey, Valhalla και Shadows.
Σε μονομαχίες εναντίον ενός ή δύο αντιπάλων η εμπειρία λειτουργεί ικανοποιητικά. Οι κινήσεις είναι πιο βαριές, τα animations πιο φυσικά και οι συγκρούσεις αποκτούν μεγαλύτερη αίσθηση βάρους. Τα πιστόλια, οι αντεπιθέσεις και οι θεαματικές εκτελέσεις εξακολουθούν να χαρίζουν αρκετές κινηματογραφικές στιγμές, αν και ορισμένα trigger animations θα μπορούσαν να δουλευτούν λίγο παραπάνω.
Όταν όμως εμφανίζονται μεγαλύτερες ομάδες εχθρών, αρχίζουν να γίνονται εμφανείς οι αδυναμίες του νέου συστήματος. Ο ρυθμός διακόπτεται συχνά από αργά animations, τα parries δεν έχουν πάντα την αμεσότητα που θα περίμενε κανείς, ενώ αρκετές μάχες καταλήγουν να βασίζονται στην αναμονή της επίθεσης του αντιπάλου αντί για το συνεχές aggressiveness. Το αποτέλεσμα παραμένει διασκεδαστικό, αλλά χάνει ένα μέρος της ξέφρενης κινηματογραφικής ροής που χαρακτήριζε το πρωτότυπο.

Μία από τις επόμενες σημαντικές αλλαγές αφορά το stealth. Ο Edward μπορεί πλέον να σκύβει ελεύθερα οποιαδήποτε στιγμή, χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από τους θάμνους και το ψηλό χορτάρι, όπως συνέβαινε το 2013. Αυτή η μικρή προσθήκη αλλάζει ουσιαστικά τον τρόπο προσέγγισης πολλών αποστολών και φέρνει το παιχνίδι πιο κοντά στη φιλοσοφία των νεότερων Assassin’s Creed… κυρίως του Shadows.
Παράλληλα, η Ubisoft αφαίρεσε αρκετούς από τους αυστηρούς περιορισμούς των αποστολών. Οι αποτυχίες επειδή σε εντόπισε κάποιος ή επειδή χάθηκε προσωρινά ο στόχος ανήκουν πλέον στο παρελθόν. Αν κάτι πάει στραβά, μπορείς απλώς να αυτοσχεδιάσεις και να συνεχίσεις. Αυτό κάνει την εμπειρία λιγότερο εκνευριστική μεν, αλλά και εξίσου λιγότερο “Assassin’s Creed”.
Η άλλη όψη του νομίσματος είναι πως το παιχνίδι χάνει ένα μέρος της έντασης που χαρακτήριζε αρκετές αποστολές του πρωτότυπου. Η απουσία των προαιρετικών objectives και των αυστηρών περιορισμών σημαίνει ότι πολλές αποστολές μπορούν πλέον να ολοκληρωθούν σχεδόν με οποιονδήποτε τρόπο. Για κάποιους αυτό θα είναι ευπρόσδεκτη ελευθερία. Για άλλους, όμως, σημαίνει μικρότερη πρόκληση και κανένα ουσιαστικό λόγο να αξιοποιήσουν πραγματικά τα εργαλεία του stealth.
Η τεχνητή νοημοσύνη επίσης εξακολουθεί να παρουσιάζει αδυναμίες. Υπάρχουν στιγμές όπου οι εχθροί αντιλαμβάνονται τον Edward από απίθανες αποστάσεις και άλλες όπου μοιάζουν να αγνοούν εντελώς τι συμβαίνει λίγα μέτρα δίπλα τους. Είναι ένα πρόβλημα που η σειρά κουβαλά εδώ και χρόνια και, δυστυχώς, δεν έχει εξαλειφθεί ούτε εδώ.

Αν υπάρχει ένας λόγος που το Black Flag αγαπήθηκε όσο λίγα Assassin’s Creed, αυτός ήταν οι ναυμαχίες του. Το Resynced το γνωρίζει καλά και ευτυχώς δεν επιχειρεί να αλλάξει δραστικά αυτή τη συνταγή. Το Jackdaw εξακολουθεί να αποτελεί τον πρωταγωνιστή της εμπειρίας και κάθε φορά που ανοίγονται τα πανιά θυμάσαι αμέσως γιατί το παιχνίδι θεωρείται μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς για τα pirate games.
Η αίσθηση του να πλησιάζεις μια φρεγάτα, να υπολογίζεις την κατάλληλη γωνία για τα πλευρικά κανόνια, να χρησιμοποιείς τους όλμους πριν από την επιβίβαση και τελικά να πηδάς στο κατάστρωμα του αντιπάλου παραμένει μοναδική. Η εναλλαγή ανάμεσα στη ναυτική τακτική και τη μάχη σώμα με σώμα εξακολουθεί να δημιουργεί εντυπωσιακές κινηματογραφικές σκηνές που λίγα παιχνίδια έχουν καταφέρει να αναπαράγουν.
Οι νέες αναβαθμίσεις, όπως ορισμένες ειδικές δυνατότητες των αξιωματικών ή πρόσθετα όπλα για το πλοίο, προσθέτουν μερικές επιπλέον επιλογές χωρίς να μεταμορφώνουν ουσιαστικά το σύστημα. Οι έμπειροι fans θα αναγνωρίσουν αμέσως τους ίδιους βασικούς μηχανισμούς και θα νιώσουν σαν να μην πέρασε ούτε μία ημέρα από το 2013.
Παρόλα αυτά, υπάρχει μια μικρή αλλαγή στη συνολική αίσθηση. To Jackdaw δείχνει πλέον πιο βαρύ και ρεαλιστικό, όμως ταυτόχρονα λιγότερο ευέλικτο. Οι ναυμαχίες εντυπωσιάζουν περισσότερο οπτικά, αλλά κάποιες φορές χάνουν ένα μέρος από τον γρήγορο, εθιστικό ρυθμό που χαρακτήριζε το πρωτότυπο – αυτό είναι ίσως λίγο υποκειμενικό. Εξακολουθούν, όμως, να αποτελούν το κορυφαίο στοιχείο ολόκληρης της παραγωγής.

Η εξερεύνηση ήταν ανέκαθεν το δεύτερο μεγάλο ατού του Black Flag και εδώ παρουσιάζεται καλύτερη από ποτέ. Η δυνατότητα ελεύθερης κατάδυσης, οι αναβαθμισμένοι βυθοί, τα πυκνότερα δάση και η μεγαλύτερη ποικιλία μικρών δραστηριοτήτων κάνουν κάθε στάση σε ένα νησί να έχει περισσότερο νόημα.
Η Ubisoft δεν ξανασχεδίασε τον χάρτη. Αντίθετα, επένδυσε στο να κάνει τον υπάρχοντα κόσμο πιο πειστικό. Μικρά τυχαία περιστατικά, περισσότεροι διάλογοι, κατοικίδια που μπορείς να χαϊδέψεις, νέες αλληλεπιδράσεις με NPCs και πιο φυσική ζωή στις πόλεις δημιουργούν μια αίσθηση που ίσως έλειπε από το αρχικό παιχνίδι.
Βέβαια, η γνωστή “Ubisoft formula” παραμένει σχεδόν ανέπαφη. Τα collectibles εξακολουθούν να κατακλύζουν τον χάρτη, τα treasure maps επιστρέφουν, οι δραστηριότητες επαναλαμβάνονται αρκετές φορές και ορισμένα mini-games, όπως το harpooning, εξακολουθούν να κουράζουν μετά τις πρώτες ώρες. Όποιος δεν συμπαθούσε τη δομή των open world παιχνιδιών της Ubisoft δύσκολα θα αλλάξει γνώμη με το Resynced.

Τεχνικά, το Black Flag Resynced αποτελεί ίσως μία από τις πιο εντυπωσιακές δουλειές της Ubisoft των τελευταίων ετών. Ο φωτισμός, οι αντανακλάσεις στο νερό, η πυκνή βλάστηση και τα νέα μοντέλα χαρακτήρων αναδεικνύουν έναν κόσμο που πολλές φορές μοιάζει σχεδόν φωτογραφικός. Ενώ το Shadows πλησιάζει αρκετά στην τεχνική λεπτομέρεια, το Resynced τρέχει ακραία καλά σε παλαιότερα συστήματα, με ελάχιστα compromises. Για του λόγου το αληθές, το δοκίμασα και σε PC που έχει μία RTX 2070, σε 3440×1440 (ultra wide), με DLSS φυσικά και ελάχιστες ρυθμίσεις στα medium ή high, και το performance του ήταν άνω των προσδοκιών και σταθερό καθ’ όλη την διάρκεια.
Παρόλα αυτά, η Ubisoft έκανε κάποια παραστρατήματα, ως είθισται. Ορισμένα facial animations δείχνουν παρωχημένα σε σύγκριση με το υπόλοιπο οπτικό αποτέλεσμα, υπάρχουν αρκετά glitches – που ίσως κάποια από αυτά λυθούν με το day one patch -, περιστασιακό pop-in (ελάχιστο), ασταθές frame rate σε ορισμένα cinematics (κυρίως τις πρώτες ώρες), και περίεργες μεταβολές στον φωτισμό ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες. Είναι ατέλειες που γίνονται πιο εμφανείς, ακριβώς επειδή το συνολικό επίπεδο της παρουσίασης είναι υψηλό. Ευτυχώς, σχεδόν τίποτα από αυτά δεν αφορά την μηχανή σε θεμελιακό επίπεδο (εκτός από τα facial animations) και θέλω να πιστεύω πως θα φτιαχτούν σύντομα.
Εξίσου διχαστική είναι και η χρήση του δυναμικού καιρού. Οι καταιγίδες είναι πραγματικά εντυπωσιακές, όμως εμφανίζονται τόσο συχνά ώστε ορισμένες φορές στερούν την ευκαιρία να απολαύσουμε για ώρα τα ηλιόλουστα τοπία της Καραϊβικής. Δεν πρόκειται για σοβαρό πρόβλημα, προφανώς, αλλά είναι μία λεπτομέρεια που επηρεάζει την ατμόσφαιρα αρκετά.

Το Assassin’s Creed Black Flag Resynced είναι ένα remake που δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί αποτυχημένο. Κάθε άλλο, καταφέρνει να αναδείξει ξανά έναν από τους σημαντικότερους τίτλους της σειράς μέσα από μια πραγματικά εντυπωσιακή τεχνική αναβάθμιση και αρκετές χρήσιμες quality-of-life βελτιώσεις.
Ταυτόχρονα, όμως, αποδεικνύει ότι ο εκσυγχρονισμός δεν οδηγεί πάντα σε ένα καλύτερο αποτέλεσμα. Ορισμένες αλλαγές στο combat και στη δομή των αποστολών αφαιρούν ένα μέρος της προσωπικότητας του αυθεντικού Black Flag, ενώ το νέο αφηγηματικό περιεχόμενο δύσκολα φτάνει το επίπεδο της βασικής ιστορίας.
Παρά τις ενστάσεις αυτές, η ουσία παραμένει αναλλοίωτη. Ο Edward Kenway εξακολουθεί να είναι ένας εξαιρετικός πρωταγωνιστής, οι ναυμαχίες παραμένουν απολαυστικές και η εξερεύνηση της Καραϊβικής είναι πιο μαγευτική από ποτέ. Για όσους δεν έζησαν το Black Flag το 2013, πρόκειται για την ιδανική αφορμή να γνωρίσουν ένα από τα “καλύτερα” Assassin’s Creed. Για τους παλιούς βετεράνους, το ταξίδι αξίζει και πάλι, αρκεί να αποδεχθούν ότι το franchise δεν θα επιστρέψει ποτέ στις ρίζες του. Εγώ, το έχω αποδεχτεί και για αυτό δεν πρόκειται να κατακεραυνώσω την μαμά Ubisoft για αποφάσεις που αποδεδειγμένα δεν οδηγούν πουθενά. Όπως και να ‘χει, πέρασα καλά τις 40-50 ώρες που αφιέρωσα τις προηγούμενες ημέρες and that’s it.
Ευχαριστούμε την Ubisoft για την παραχώρηση του παιχνιδιού, για τις ανάγκες του review!
Assassin's Creed Black Flag Resynced
Το Assassin's Creed Black Flag Resynced αποδεικνύει γιατί το ταξίδι του Edward Kenway θεωρείται μέχρι σήμερα μία από τις κορυφαίες στιγμές της σειράς. Η εντυπωσιακή νέα τεχνολογία μεταμορφώνει την Καραϊβική σε έναν από τους ομορφότερους κόσμους που έχει δημιουργήσει ποτέ η Ubisoft, ενώ οι ναυμαχίες εξακολουθούν να αποτελούν το μεγάλο ατού της εμπειρίας. Αν και ορισμένες αλλαγές στο combat και στις αποστολές δεν πετυχαίνουν πάντα τον στόχο τους, το συνολικό αποτέλεσμα παραμένει μια ιδιαίτερη επιστροφή σε ένα από τα σημαντικότερα Assassin's Creed.
Ίσως σου αρέσει γιατί:
- Η οπτική αναβάθμιση είναι εντυπωσιακή
- Οι ναυμαχίες εξακολουθούν να αποτελούν σημείο αναφοράς
- Έχουν γίνει χρήσιμες quality of life βελτιώσεις
- Η μετάβαση μεταξύ στεριάς και θάλασσας είναι seamless
Ίσως να μην σου αρέσει γιατί:
- Το νέο σύστημα μάχης χάνει μέρος της ροής
- Οι νέες αποστολές δεν έχουν την ίδια ποιότητα με το αρχικό σενάριο
- Η τεχνητή νοημοσύνη παραμένει ασταθής
- Ορισμένα παλιά προβλήματα της Ubisoft formula εξακολουθούν να υπάρχουν
