Το Daemon X Machina: Titanic Scion είναι η πολυαναμενόμενη συνέχεια του αρχικού τίτλου που κυκλοφόρησε το 2019. Η πρώτη επαφή με τη σειρά άφησε ανάμικτες εντυπώσεις. Ήταν ένα ενδιαφέρον μείγμα anime αισθητικής, μηχανικού σχεδιασμού εμπνευσμένου από το Armored Core, αλλά και κάποια εμφανή τεχνικά και σχεδιαστικά προβλήματα. Με το Titanic Scion, η Marvelous επιστρέφει με πιο σαφείς προθέσεις. Φαίνεται πως θέλει να κρατήσει την ταυτότητα του franchise, να διορθώσει τις αδυναμίες του και να μας δώσει λόγο να επιστρέψουμε σε έναν κόσμο γεμάτο με γιγαντιαία mecha, factions που συγκρούονται και αφηγηματικές υπερβολές, εμπνευσμένες από τα καλύτερα mecha anime.
Από την πρώτη στιγμή, ο τίτλος δείχνει τις διαφορές του. Tα Arsenals, τα mech που χειριζόμαστε, είναι σχεδιασμένα πιο λεπτομερώς και με εμφανή την επιρροή του Shōji Kawamori. Είναι πιο μικρά σε μέγεθος, πιο “ανθρωπόμορφα” και με καλύτερη αίσθηση βάρους στην κίνηση. Αυτό δίνει μία πιο πειστική εμπειρία στο χειρισμό, χωρίς να θυσιάζεται η ταχύτητα ή η ένταση στις μάχες. Σε αντίθεση με το πρώτο παιχνίδι, φαίνεται να υπάρχει μεγαλύτερη ισορροπία μεταξύ φαντασίας και ρεαλισμού, ενώ η δυνατότητα να φαίνονται τα πρόσωπα των χαρακτήρων στα cutscenes προσδίδει περισσότερη προσωπικότητα… αν και η ποιότητα των μοντέλων παραμένει κάπως “eh”.

Tο αφηγηματικο πλαισιο
Η αφήγηση στο Titanic Scion ακολουθεί γνωστά μονοπάτια για τους φίλους του είδους. Ο κόσμος έχει χωριστεί σε δύο επίπεδα. Εκείνους που επέζησαν στην επιφάνεια μετά από μία οικολογική και κοινωνική καταστροφή και τους “outers”, μεταλλαγμένους ανθρώπους που ζουν σε έναν παράδεισο γνωστό ως Garden. Στο επίκεντρο βρίσκεται η αιώνια σύγκρουση ανάμεσα στην Axiom και στους Reclaimers, με την ιστορία να αναδεικνύει ζητήματα εξουσίας, αντίστασης και απώλειας. Εμείς, καλούμαστε να αναλάβουμε τον ρόλο ενός μισθοφόρου, να επιλέξουμε συμμαχίες και να βρούμε τη θέση μας μέσα σε αυτό το χαοτικό πολιτικό σκηνικό.
Παρά την ενδιαφέρουσα σκηνική τοποθέτηση, η ιστορία δεν καταφέρνει να χτίσει ένταση. Οι χαρακτήρες συχνά αναπαράγουν τυπικά anime στερεότυπα. Έχουμε, για παράδειγμα, τον αλαζόνα αντίπαλο, έναν μυστήριο μέντορα και μια μυστική οργάνωση που κινεί τα νήματα. Αν και αυτό μπορεί να φανεί γνώριμο και “άνετο” για τους λάτρεις των anime, συχνά δίνει την αίσθηση της προβλεψιμότητας. Επιπλέον, η εισαγωγή νέων παικτών στον κόσμο γίνεται με τρόπο κάπως βιαστικό. Υπάρχει ελάχιστη επεξήγηση και αυτό μπορεί να δημιουργήσει μία σύγχυση. Ωστόσο, η ύπαρξη πλήρως voiced διαλόγων κρατά τον ρυθμό ζωντανό και αποτρέπει, τουλάχιστον, το αφηγηματικό κομμάτι από το να γίνεται κουραστικό.





Gameplay
Η καρδιά του Titanic Scion είναι αναμφίβολα το σύστημα μάχης. Οι μάχες είναι γρήγορες, απαιτητικές και εντυπωσιακές, με έμφαση στην κινητικότητα και στη διαρκή αξιολόγηση του περιβάλλοντος. Τα Arsenals μπορούν να πετάξουν, να γλιστρήσουν στο έδαφος, να πραγματοποιήσουν επιθέσεις από μακριά ή κοντινή απόσταση, ενώ η εναλλαγή επιπέδων μάχης (επίγεια και εναέρια) γίνεται ομαλά. Πρέπει να εκμεταλλευτούμε το περιβάλλον, είτε πρόκειται για την χρήση εκρηκτικών αντικειμένων, είτε για κάλυψη, ώστε να αποκτήσουμε πλεονέκτημα απέναντι σε εχθρούς που επιτίθενται συντονισμένα.
Οι μάχες με απλούς αντιπάλους είναι κάπως απαιτητικές (ενίοτε), όμως τα boss fights είναι αυτά που ξεχωρίζουν. Τα τεράστια Titans είναι από τα κορυφαία σημεία του παιχνιδιού, απαιτώντας να εντοπίσουμε και να εκμεταλλευτούμε τα αδύναμα σημεία, να χρησιμοποιήσουμε τα απαραίτητα όπλα και να προσαρμόσουμε την στρατηγική μας ανάλογα με τη φάση της μάχης. Περίπου στη μέση του παιχνιδιού ξεκλειδώνονται τα Heavy Armors, τεράστιες πολεμικές μηχανές, με κάποιον περιορισμό, αλλά φοβερή δύναμη. Αυτή η δυνατότητα προσφέρει έντονη αίσθηση δύναμης και ανατρέπει τη ροή σε κρίσιμες αναμετρήσεις.



Gearing
Κάτι άλλο που μου άρεσε στο Titanic Scion είναι το βάθος στο customization, αν και κάπως λιτό σε σχέση με αυτό που θα μπορούσε. Μπορούμε να loot-άρουμε εχθρικά mech και να συλλέξουμε κομμάτια. Κάθε μέρος του Arsenal, κεφάλι, κορμός, χέρια, πόδια, έχει διαφορετικά στατιστικά και οι επιλογές μεταξύ ελαφριών, μεσαίων και βαριών εξαρτημάτων επηρεάζουν άμεσα την απόδοση. Τα όπλα χωρίζονται σε κατηγορίες, με δυνατότητα να κουβαλάμε τέσσερα όπλα στα χέρια και ένα στον ώμο, ενώ υπάρχουν και κάποια βοηθητικά αντικείμενα (grenades).
Πέρα από τη λειτουργικότητα, έχει δοθεί μεγάλη σημασία στην αισθητική. Υπάρχουν paint jobs, decals και δυνατότητα transmogrification, που μας επιτρέπουν να διατηρούμε το αγαπημένο μας σχέδιο ανεξάρτητα από τα στατιστικά. Επίσης, έχουμε το σύστημα Femto, το οποίο τροφοδοτεί ειδικές λειτουργίες όπως το Assault Shift (αυτόματη στόχευση), το Guard Shift (προστασία με ασπίδα) και το Wing Shift (γρήγορη πτήση). Ο χειρισμός των πόρων αυτών (Femto, stamina και τα λοιπά) απαιτεί προσοχή, καθώς η υπερβολική χρήση μπορεί να μας αφήσει εκτεθειμένους.

Το “αλλα”…
Παρά τα θετικά βήματα και τις βελτιώσεις, υπάρχουν κάποια θέματα που τριβελίζουν γενικώς το genre. Οι αποστολές στο open world τείνουν να γίνονται επαναλαμβανόμενες (αρκετά), με μοτίβα τύπου “πήγαινε-κατέστρεψε-γύρνα”. Η “εξερεύνηση” έχει ουσία μόνο όταν ασχολούμαστε με side quests ή κυνηγάμε loots, ενώ στις υπόλοιπες περιπτώσεις καταφεύγουμε (σχεδόν αναγκαστικά) στο fast travel, χάνοντας ένα μέρος της συνολική εμπειρίας. Επίσης, οι σκηνές με τα επίγεια οχήματα μοιάζουν πρόχειρα υλοποιημένες.
Ένα άλλο σημείο που θα μπορούσε να λάβει περισσότερη αγάπη είναι η προσέγγιση στη μάχη σώμα με σώμα. Ενώ το παιχνίδι δίνει τη δυνατότητα για melee όπλα, η εκτέλεση τους δεν είναι αρκετά ικανοποιητική. Δεν έχουν αυτό το “oomph” και την αίσθηση πως κοπανάς βαριά μέταλλα. Έτσι, από ένα σημείο και μετά, καταλήγουμε να χρησιμοποιούμε τα melee μόνο ως έσχατη λύση. Αντίθετα, η εμπειρία με τα ranged όπλα είναι ένα καλοζυγισμένο κομμάτι του συστήματος μάχης.


Τα τεχνικα
Το Titanic Scion παρουσιάζει σημαντική βελτίωση, αλλά και νέες προκλήσεις. Στα σταθερά συστήματα (PS5, Xbox Series, PC) η εμπειρία είναι γενικά ομαλή (είχα κάποια crashes), με καλή ανάλυση και δυναμικά εφέ φωτισμού. Ωστόσο, η απόδοση σε φορητές συσκευές, όπως το Steam Deck ή το Switch, αποδεικνύεται πιο ασταθής. Για να διατηρηθεί αποδεκτό frame rate, απαιτείται μείωση γραφικών και χρήση τεχνολογιών upscaling όπως DLSS ή TSR. Σε μάχες μεγάλης κλίμακας ή στο multiplayer, οι πτώσεις κάτω από τα 30 καρέ γίνονται αισθητές, γεγονός που απογοητεύει συγκριτικά με το πρώτο παιχνίδι που ήταν πιο ελαφρύ.
Από οπτική άποψη, τα Arsenals και τα εφέ των όπλων είναι όμορφα, με λεπτομέρεια που αναδεικνύει τον σχεδιασμό. Αντίθετα, τα μοντέλα των ανθρώπινων χαρακτήρων δείχνουν φτωχότερα και συχνά μοιάζουν επαναχρησιμοποιημένα. Η μουσική επένδυση, παρότι κινείται σε heavy metal ύφος για να δώσει ένταση, είναι κάπως ανιαρή. Θα ήθελα μια εμπνευσμένη ηχητική ταυτότητα που να ενισχύει το ύφος του τίτλου. Παράλληλα, τα προβλήματα με τους χρόνους φόρτωσης σε κονσόλες δείχνουν ότι υπάρχει χώρος για βελτιστοποίηση μέσω μελλοντικών ενημερώσεων.



Multiplayer
Ένα πολύ θετικό στοιχείο του Titanic Scion είναι η υποστήριξη συνεργατικού παιχνιδιού σε όλο το campaign. Μπορούμε να ενώσουμε τις δυνάμεις μας, με φίλους ή randoms, ακόμη και σε διαφορετικές πλατφόρμες (crossplay), το οποίο βοηθάει πάρα πολύ στο endgame, που ουσιαστικά μπορούμε να κάνουμε grind σε bosses και αποστολές. Επίσης, η ανθεκτικότητα των εχθρών κλιμακώνεται ανάλογα με τον αριθμό παικτών, κάτι που θυμίζει τη λογική του Monster Hunter. Αυτό σημαίνει πως η μάχη μπορεί να κρατήσει περισσότερο.
Πέρα από τις βασικές αποστολές, έχουμε πρόσβαση σε arena battles, σε τυχαία events στο open world και σε δραστηριότητες όπως dungeons. Το στοιχείο του “grind” είναι παρόν, με το farming εξαρτημάτων και υλικών να δίνει στο παιχνίδι μεγαλύτερη “διάρκεια ζωής”. Το γεγονός ότι η online εμπειρία παραμένει σταθερή, χωρίς σοβαρά τεχνικά προβλήματα, αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα για μια σειρά που θέλει να χτίσει κοινότητα γύρω από τα mecha.

Εν κατακλειδι
Το Daemon X Machina: Titanic Scion είναι ένα παιχνίδι γεμάτο αντιθέσεις. Από τη μία, προσφέρει γρήγορο, εκρηκτικό gameplay, τεράστιες δυνατότητες εξατομίκευσης και μάχες με bosses που αποτυπώνουν την αίσθηση ενός anime σε διαδραστική μορφή. Από την άλλη, η αφήγηση παραμένει κοινότυπη, ενίοτε με τεχνικά προβλήματα και ορισμένα gameplay στοιχεία, όπως το melee, υστερούν σε βάθος. Για όσους όμως αναζητούν ένα παιχνίδι όπου η αδρεναλίνη και η ελευθερία στη δημιουργία ενός προσωπικού mech είναι στο επίκεντρο, το Titanic Scion ανταποκρίνεται πλήρως.
Η σειρά δείχνει να έχει ακόμα “καύσιμα” και, σίγουρα, προοπτικές εξέλιξης. Αν και πιθανότατα δεν θα εντυπωσιάσει όσους δεν ενθουσιάστηκαν με το πρώτο παιχνίδι, η συνέχεια αυτή αποδεικνύει ότι η Marvelous ακούει και προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο fan service, την προσιτότητα και το βάθος. Το αποτέλεσμα είναι ένας τίτλος που, παρά τις αδυναμίες του, στέκεται άξια δίπλα σε άλλες μεγάλες mecha action παραγωγές και αφήνει ελπίδες ότι το franchise μπορεί να καθιερωθεί μακροπρόθεσμα.

Daemon X Machina: Titanic Scion
Με καλοσχεδιασμένα και ευέλικτα Arsenals που δίνουν έμφαση στην κινητικότητα, έντονες μάχες, boss fights και δυνατότητες εξατομίκευσης, προσφέρει μια εμπειρία που θα ενθουσιάσει τους φίλους του είδους.
